Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2012

AΦΡΟΔΙΤΗ ΛΥΜΠΕΡΗ--ΤΡΙΑ ΜΙΚΡΟΚΕΙΜΕΝΑ






















Κοινωνιολογική προσέγγιση ενός περιθωριακού ουράνιου τόξου
Αυτά τα χρώματα δεν έπρεπε να βρεθούν ποτέ μαζί.Μιλώ για τους μπλε ανθρώπους,τους ενοχικά ξάστερους, αυτούς που άγονται και φέρονται από έναν δυνάστη Ήλιο.Για τα πράσινα συναισθήματα, που τα ποδοπατούν οι περαστικοί, παρά το ”αγαπάμε και φροντίζουμε το πράσινο”, που φέρουν ως σφραγίδα γνησιότητας.Για τα κιτρινισμένα όνειρα, τα φυλαγμένα από χρόνια στο μπαούλο, που η γεροντοκόρη θα τα κληροδοτήσει άνευ λόγου στην παρακείμενη ενορία.Για τα πορτοκαλί σπάνια ζώα, που αρέσκονται σε μεταμφιέσεις καλοκαιρινών φρούτων για να μπαίνουν σωρηδόν στα σπίτια, ξεχνώντας πως τα μεσάνυχτα από συνήθεια δαγκώνουν.Για τα κόκκινα λουλούδια, αυτά που προσδοκούν ανάσταση νεκρών και σεπτή ταφή σε τάφο του μέλλοντος αιώνος.Μιλώ για σένα.Μιλώ για μένα.Σ’αυτήν την συνάντηση, μόνο η περιέργεια τελικά θα αρθρώσει λόγο.Όλοι εμείς οι παρευρισκόμενοι, θα βαφτιστούμε ξανά στο όνομα του φάσματος και της δύσης και του πεπερασμένου, που ποτέ δε περατώθηκε.Θα ζητήσουμε κάθαρση και αθανασία.Θα βρεθούμε και πάλι μαζί.Στον συννεφιασμένο αττικό ουρανό και κάνοντας έρωτα θα εννωθούμε.Για τα υπόλοιπα αρμόδια ορίζεται η μετεωρολογία.
Άρτος και θεάματα
Τεχνηέντως ανυψωμένα βήματα, ρυθμικά πληγώνουν την άσφαλτο. Στη δεξιά πλευρά της λεωφόρου, σύρριζα στο πεζοδρόμιο και στα αχόρταγα για σκουπίδια φρεάτια, παρελαύνεις καθοδηγούμενη από την μπαγκέτα ενός εκστασιασμένου μαέστρου. Είχαμε συναντηθεί πριν λίγο. Στο κόκκινο φανάρι. Κι οι δυο πεζοί. Μου χαμογέλασες για να με ρωτήσεις προς τα πού είναι οι πύλες του παραδείσου. Δεν ήξερα τι να σου απαντήσω. Το μόνο που κατάφερα να ψελλίσω ήταν η προτροπή μου ν’ ανοίξεις τα χέρια σου και να δεχτείς κάτι από μένα. Δεν απόρησες. Η γυναικεία σου ματαιοδοξία είχε εθιστεί στην προσφορά απρόσμενων δώρων. Όλη την προηγούμενη εβδομάδα αναρωτιόμουν τι είναι αυτό που μου δίνει ζωή. Δεν είναι η ελπίδα. Δεν είναι η ομορφιά. Δεν είναι η υγεία. Όλα αυτά τα θηλυκά ονόματα είναι απλές λέξεις, ακαθόριστες, που ηχούσαν όλο και πιο ξένες στ’ αφτιά μου. Η ζωή είναι κάτι πιο απτό σκέφτηκα. Κάτι πιο απλό. Ίσως κάτι πιο φθηνό. Βάλθηκα λοιπόν να ζυμώνω τους καρπούς της φύσης στην πλέον εξαϋλωμένη τους μορφή, μαζί με το ζωοδόχο ύδωρ. Η ζωή για μένα, κατέληξα πως δεν είναι τίποτα παραπάνω από ένα ζεστό καρβέλι ψωμί. Ο,τιδήποτε άλλο είναι μια ψευδαίσθηση. Μετά από αποτυχημένες απόπειρες, που φάνταζαν φυσιολογικές και δείγμα μοιρολατρικής προσέγγισης της μαγειρικής μου δεινότητας, έφτιαξα το τέλειο ψωμί. Στις σωστές αναλογίες. Με μια συμπαθητική και συνήθη όψη. Η μυρωδιά του πιστό αντίγραφο επίγειας απόλαυσης. Η ζωή είναι τέλεια, αναφώνησα, σαν άλλος Αριστοτέλης την ώρα της σύλληψης της εντελέχειας. Αρκεί να αντέξεις στις δυσκολίες και το αποτέλεσμα θα σε δικαιώσει. Τύλιξα το δημιούργημά μου σε μια κόκκινη πετσέτα και με το καρβέλι μου ανά χείρας, βγήκα έξω. Τότε σε συνάντησα. Στα χέρια σου διέκρινα τα κρινοδάχτυλα των ποιητών. Στα μάτια σου ανακάλυψα το χρώμα της θάλασσας. Ο κόπος μου θα ανταμειφθεί. Εμένα ρώτησες και όχι τους άλλους περαστικούς για τον προορισμό σου. Εμένα πρόσεξες και όχι τις κατευθύνσεις που ορίζουν αδιάφορα οι σοφοί σηματοδότες. Άφησα το ψωμί στις παλάμες σου και σου είπα πως τώρα πια σου’ χω δώσει την ζωή μου. Σταμάτησες να χαμογελάς. Δεν είχες ξαφνιαστεί. Απλά περίμενες ίσως κάτι περισσότερο. Κάτι που θα στεκόταν επάξια δίπλα στα υπόλοιπα τρόπαια της φιλάρεσκης συλλογής σου. Άνοιξες την πετσέτα απότομα, πήρες το ζεστό ψωμί και ξεκίνησες να περπατάς αισθησιακά δίπλα απ’ τα αυτοκίνητα. Οι διερχόμενοι οδηγοί σου κορνάρουν. Κανείς τους δε παραξενεύεται, ενώ εσύ, όλο χάρη τους μοιράζεις ισάριθμα χαμόγελα και το παγωμένο μου πια σαρκίο σε κομμάτια. Ό, τι δε πρόλαβες να σκορπίσεις, λόγω του εργατικού φανοστάτη που έπαυσε για λίγο τη ξέφρενη σου πορεία, το πέταξες με απάθεια στον δρόμο. Ένα σπουργίτι βρέθηκε, ένα πετεινό τ’ ουρανού, να με σπλαχνιστεί και περιχαρές τσιμπολογάει με λαχτάρα την ψίχα λίγο πριν την επερχόμενη βροχή. Η ζωή συνεχίζεται σκέφτηκα. Κι ας πορεύεσαι χωρίς συμπόνια τώρα πια στα πεζοδρόμια, για λόγους μεγιστοποίησης της προβολής σου. Ευτυχώς όμως, μια γάτα νωχελική, με βαθιά αίσθηση της φιλοσοφίας, πιστή στην νομοτέλεια των πραγμάτων, μ’ έβγαλε από την πλάνη.
Φυγή ιχθύος
Είδα ψάρια να ζητιανεύουν αγκίστρια στα σκαλοπάτια της ιχθυόσκαλας και τους ψαράδες να τους πετάνε φαγητό από ανία μέσα στα μαύρα τους καπέλα.Φιλάνθρωποι επαγγελματίες σκέφτηκα.Συμμερίστηκαν την απελπισία των υποβρύχιων επαιτών.Λύση όμως δε δόθηκε.Απλά αναβλήθηκε η αυτοκτονία.Ες αύριον τα σπουδαία αναφώνησαν τα ψάρια μετρώντας από συνήθεια τα λέπια τους, λίγο πριν οπλιστούν με φιάλες οξυγόνου και βουτήξουν στην παρακείμενη πετρελαιοκηλίδα.