Παρασκευή, 6 Ιανουαρίου 2012

ΜΑΝΟΛΗΣ ΠΡΑΤΙΚΑΚΗΣ -- ΤΟ ΝΕΡΟ









                                  
                                       ΤΟ   ΝΕΡΟ

                                                                                                
                                                                                               Νύχτα στην ακροθαλασσιά
                                                                                                      ή ξαφνικός έρωτας

Σκορπισμένος στη νυχτερινή γαλήνη ένα με το καθετί.
Τα μόρια μου ένα με τα μόρια της άμμου.
Οι φλέβες παραπόταμοι κατέβαιναν στη θάλασσα, εκεί
που σμίγουν όλα τα νερά.
Άκουγα των κυμάτων την πνοή ένα με την ανάσα μου.
Ένιωθα στο σφυγμό του πόνου το σφυγμό μου.
Σ΄ενα σπυρί σταριού ριγούσαν όλα τα σπαρτά
διαπερνώντας τοκετό και θάνατο.ύστερα σύννεφα,


τα μάτια της στο άνοιγμα του πηγαδιού.  σαν δυο αστραπές
μέσα στα βάθη της νυχτός. Ρεύμα βολταϊκό
που μ΄εκαιγε και με μετρούσε με το τόξο του.
Λάβα, φιλιά της εφηβείας.  ύστερα οι κάδοι χύνονταν
να πιούν τα διψασμένα ζώα και τα μαύρα
τριαντάφυλλα στην ξεραμένη γη.


Δέν είχα όνομα ούτε σώμα.μόνο την ηλικία
του νερού.σε κάθε στάλα πάφλαζε
ο ωκεανός. Σε κάθε στάχυ η άνοιξη.
Μες στο παιχνίδι των ενεργειών έλειπε ο χρόνος.
Η αρχή και το τέλος
κάθε όντος
χάνονταν αρπαγμένα στη μεθόριο
των άλλων.

Ήταν εκεί χιονοδρόμος ο Ερμής με μιαν αναγγελία.
Στην ολόφωτη πίστα των κβάντα

ήταν εκεί ο θεός Σίβα και χόρευε
στον πανάρχαιο ρυθμό του μέλλοντός μας,
πυρρίχιους και ροκ.


                                                         Της νεαρής καθηγήτριας και κολυμβήτριας Π.Β.
                                                                        που χάθηκε στ΄ανοιχτά της Ιεράπετρας

Με υπέροχο κρόουλ μετράει την απόσταση
πρός το όνειρο και το χαμό.
Με αδιάκοπες απλωσιές μεγεθύνει
το σώμα της. Ντυμένη το δέρμα
του πελάγου, ανοίγει τις πτυσσόμενες
πόρτες του βυθού
                                               και μπαίνει
στην αίθουσα διδασκαλίας.Ακούει το γέλιο
των απέραντων παιδιών.

                                                                                  
                                                                        Ποτάμι

Είναι ένα ποτάμι γεμάτο κοριτσίστικα γέλια. Ψίθυροι
Ανοίγουν τα φτερά τους. Στεναγμοί παιδιών που κάποτε
δεν στρέψαμε για να τα δούμε.
Είναι ένα ζώο μαγνητικό και λείο που ψάχνει ακούραστο
το πέλαγος. Ένα κονσέρτο κρουστών. Ένα Αdante για
φλάουτο  και τσέλο.Η λεύκα: η άρπα. Η φλαμουριά: η βιόλα
στο κόκκινο πλευρό μου.Χίλιες μικρές ρίζες, ένα Silencio
λυπημένων εγχόρδων, που βαθιά μέσα μου σφαδάζουν και
διψούν να πλεχτούν με ό, τι δικό μου.
Είναι η ασίγαστη φωνή της γής.
Είναι μια γλώσσα για τα γλυπτά της πέτρας.
Μια λίμα που  λιμάρει μέταλλα και ξύλα.
Μια μηχανή που σκάβει.

Είναι μια γέννα. Μια μυστική αναγγελία.
Με το εύφωνο σώμα που ψιθυρίζει
το τραγούδι μας.

Γονατίζει. Προσεύχεται στο φλεγόμενό του άστρο.
Αγαθό. Ακαταμάχητο. Κάθε κοιματισμός του
είναι ένας πρόλογος για βλάστηση.
Μια αργόσυρτη προσευχή στην αιώνια πορεία
Μέσα κι έξω.Μ΄αστραπές στο φεγγίτη.


Η θάλασσα

Από την ξεβαμμένη πόρτα έμπαινε κι έβγαινε, με τα μπλέ της
σορτσάκια, γελαστή ξαδελφούλα μας  η  θάλασσα. Απρόσεκτη
σκόρπιζε στο πάτωμα τ΄αλάτι. Το βλέπαμε μέρες μετά. Τα βρά-
δια σουλατσάριζε στις αλυκές.Πάντα σε βαθουλώματα ξεχνού-
σε τ΄ασπρα μεσοφόρια της.Και κάποτε μεσημεράκι Αυγούστου
που παίζαμε ως αργά: πώς μεγάλωσε αίφνης!Με κοίταζε όλη
βλέφαρα. καμπύλες τόξα ολόφωτα. Μια τρίφυλλη καμάρα απάνω των

 αγγέλων και κάτω σκοτεινή σπηλιά με τ΄αγριο θαλασσόχορτο. Ήταν γυμνή

με ξέπλεκα μαλλιά χωρίς στηθόδεσμο. Ανάσκελα όπως ήτανε καθρέφτιζε τον ουρανό.
Το σώμα της απο παντού μου φώναζε γλυκέ μου,έλα να με κοι-
μηθείς (τα μπλέ της φύλλα αναφιλητά και σάγριο).Είναι δικοί
σου οι τρυφεροί μου σπόγγοι, κι οι λευκοί μου σπόνδυλοι,μια σκάλα

ν΄ανεβείς, χωρίς φτερά, στον ουρανό. Όταν γνωρίσεις τ΄ακριβά κοράλλια

 μου εκεί κάτω και μια λάμψη το σώμα σου αδειάσει,αξέχαστη αστραπή,

μ΄όλο χυμένο το πλαγκτόν. θα
ουρλιάξεις διψασμένος για θάνατο για ν΄ανατείλουν πάλι οι
νεκροί σου κρύσταλλοι, ένα κλάμα μέσα στο χαμό, όπου θάλ-
λει η αθάνατη ώρα σου.Θα θυμηθείς πως εγώ είμαι η πατρίδα σου η

παντοτινή. Κι εδώ στους βυθους μου θα χτίσεις το σπιτι σου πελαγίσιε.


               απο  τις  ΣΤΑΓΟΝΕΣ

32
Το θείον του Θαλή ύδωρ. Το λάλον.
το κλωνί τ΄αλάτι στη γούβα του βράχου:
αυτά τα οστά του παντός.
33
Μη πετάς ποτέ πέτρα σε πηγάδι
Που κάποιο μεσημέρι σε ξεδίψασε.
34
Το να σκοτώσεις ενα γλάρο είναι σαν να θανατώνεις το
σπόρο του νερού.Την ακάθιστη φύτρα του άσπρου.Ένα
εξαπτέρυγο μ΄ανοιχτές φτερούγες. Ένα φανό θυέλλης που φωτίζει τα

ποντοπόρα χρώματα.
45
Ω, εσύ που εποπτεύεις τα απόκρημνα πέλαγα. Δέξου αυτό το μικρό
γλύκισμα σαν δώρο. Γιατί αύριο την πλατιά θάλασσα του Ιουνίου θα
διασχίσω.Δέσποινα εσύ των νυφικών θαλάμων και του πόντου, σ΄αυτό της
ηδονής το ατέλειωτο ταξίδι.Ευνοϊκή στον έρωτα και στα πανιά μου γίνε
του έρωτα θεά, καθώς θ΄ανοίξω πλώρη προς της γλυκιάς Ειδοθέης μου τον
κόλπο. Που σε στέρηση του είμαι τώρα μήνες,κι ακούω τα φρένα μου να
τρίζουν.Ξέρεις εσύ.








ΤΟ  ΝΕΡΟ  μανολης  πρατικακης , Μεταιχμιο , 2002 http://www.lexima.gr/lxm/read-202.html http://blogs.sch.gr/margiakou/2009/08/14 http://en.wikipedia.org/wiki/Manolis_Pratikakis

image: Γιάννης Μιχαηλίδη  ΥΔΑΤΟΓΡΑΦΙΕΣ  Η θάλασσα του Δ. Μαθηνού ή Η ύφανση των υδάτων, 196 x 225εκ., ακρυλικό http://miettsimiski11.blogspot.com/2011/12/blog-post.html