Τρίτη, 7 Φεβρουαρίου 2012

Νίκος Καρούζος 3 ποιήματα












Τὰ πουλιὰ δέλεαρ τοῦ Θεοῦ
(ἀποσπάσματα «Διαλόγων»)
1
Νὰ γυρίζεις — αὐτὸ εἶναι τὸ θαῦμα -—
μὲ κουρελιασμένα μάτια
μὲ φλογωμένους κροτάφους ἀπ᾿ τὴν πτώση
νὰ γυρίζεις
στὴν καλὴ πλευρά σου.
Πεσμένος αἰσθάνεσαι
τὴν κόλαση ποὺ εἶναι ἡ αἰτιότητα
τὸ στῆθος ὡσὰν συστατικὸ τοῦ ἀέρα
τὰ βήματα χωρὶς προοπτική.
Κι ὅμως στὴ χειμωνιάτικη γωνία ὁ καστανᾶς
περιβάλλεται ἀπὸ σένα.
Κόψε ἕνα τραγούδι ἀπ᾿ τ᾿ ἄνθη
μὲ δάχτυλα νοσταλγικά.
Νὰ γυρίζεις — αὐτὸ εἶναι τὸ θαῦμα.
2
Θὰ περάσουν ἀποπάνω μας ὅλοι οἱ τροχοὶ
στὸ τέλος
τὰ ἴδια τὰ ὄνειρά μας θὰ μᾶς σώσουν.
Ἀγάπη μεῖνε στὴν καρδιὰ —
αὐτὸς ἂς εἶναι ὁ κανὼν τοῦ τραγουδιοῦ σου.
Μὲ τὴν ἀγάπη
Θὰ σηκώσουμε τὴν ἀπελπισία μας
Ἀπ᾿ τὸ ἀμπάρι τοῦ κορμιοῦ.
Δὲν εἶναι φορτίο γιὰ τὴ χώρα τῶν ἀγγέλων
ἡ ἀπελπισία.
Καὶ προπαντὸς
ἂς μὴν ἀφήσουμε τὴν ἀγάπη
νὰ συνωστίζεται μὲ τόσα αἰσθήματα…
3
Ἅπλωσε ἡ γαλήνη τὰ φτερά της
ὡσὰν ἀλησμόνητος κύκνος ὀνείρου
σ᾿ αὐτὰ τὰ ἔρημα νερά.
Κάτι νιώθω σήμερα
βλέποντας τὰ πουλιά.
4
Ἡ ἀγωνία μου ὑψώνεται,
ὡς τὰ ἐδελβάις ἄνθη.
5
Τὰ ὄνειρα βλαστοὶ στὸ στῆθος
κλήματα μέσ᾿ στὴν καρδιὰ
διαγώνια ἐκδικοῦνται τὸ χῶμα
σκοτώνοντας ἐμᾶς.


Ἡ λιτάνευση
Ὅταν παρέτυχα στὴ νύχτα ποὺ ἔλεγαν
«ὁ ἅγιος θὰ περάσει ἀπόψε»
δὲν τὸ πιστεύετε ἴσως
ἀλλ᾿ ὅμως ἔτρεμαν
τὰ δάχτυλα τῆς θάνατος
ἔκρουε τὰ φύλλα κι ἀκούονταν
φωνὲς ἀκίνητα
καὶ ἐκκωφαντικὰ
τὰ νέα μου βήματα.
Οἱ ἄρρωστοι γέμιζαν τὸ χῶρο
μὲ στεναγμούς, ἄλλοι
μὲ ὑψωμένα μάτια στὸ ξεχείλισμα τῶν ἄστρων
ἄλλοι μοῦ φάνηκαν ὄρθιο χῶμα.
Γυρεύοντας μοναχικὸς
«ἐν μέσῳ τῶν κινδύνων αἰσθάνεσαι
τὴν τελειότητα τῆς στιγμῆς»
Θυμήθηκα τὰ λόγια του φίλου
τὶς ταλαντεύσεις τοῦ φύλλου πρὶν λίγα λεπτὰ
καθὼς
ἔπεφτε ἀπὸ χέρι ἀδιάφορο.
Μὲ τῆς βροχῆς τὴν εὐωδιὰ στὸ ἑλληνικὸ τοπίο
ἄνθη ὁ ἄνεμος κ᾿ οἱ ὧρες
στὸ σῶμα μου ἢ στὰ δέντρα τελειωμένες
αἰσθήσεις ἐδῶ ψηλὰ πρὸς τὰ οὐράνια
μαῦρες ὀπῶρες οἱ πιστοὶ
πεσμένες καὶ τὸ μέλι σπάζοντας
τοὺς φλοιοὺς ἔσμιγε χῶμα καὶ καρπό.
Εἴμαστε σὰν τὴν πανάρχαια ἀνακάλυψη τῆς φωτιᾶς
ὠφέλιμοι στὸ θεὸ
γιατὶ εἴμαστε
ἀναφαίρετοι καλόγεροι σ᾿ αὐτὴ τὴν ἐρημιὰ
νόμοι μέσα στὸ θάνατο —
ἡ φωνὴ τοῦ ἡλικιωμένου ἀκούστηκε στὶς ἀμυγδαλιὲς
κ᾿ ὕστερα πάλι:
- Τὰ μαῦρα σου μαλλιὰ πῶς χάνονται
στὰ βροχερὰ δωμάτια.
Φῶς ἀπ᾿ τὶς ἀσετυλίνες τῶν στραγαλάδων
σὲ ἀρχέγονα ροῦχα
μία γριὰ βυθισμένη ποὺ διάβαζε τὸ συναξάρι
«ἐν μέσω τῶν κινδύνων…» πλησίασα
γυρεύοντας μοναχικὸς
ἔφτυναν πασατέμπο οἱ ἀνυπόμονοι
μὰ δὲ θυμᾶμαι πιὰ ὅταν κάποιος φώναξε:
- Ἑπτὰ εἶναι οἱ φλόγες τοῦ στήθους.
Ἄνθρωπος ὁ ἀσυγχώρητος ὑπὸ τὸ σεληνόφως
ἄνθρωπος ὡσεὶ χόρτος ὑπὸ τὸ σεληνόφως.

Σχέδιο γιὰ τὸ μέλλον τοῦ οὐρανοῦ
Οὐρανὲ ὁλόκληρε ἀνοίγει τὸ ἄνθος
τῆς φωνῆς μου ψηλὰ
ἔφυγαν ὅλα τὰ πουλιά μου τὸν χειμώνα
δὲν προσμένω σ᾿ αὐτοὺς τοὺς τόπους ἐλευθερώνω
ἀγγίζοντας ἔρημος τὸ γερασμένο τοῖχο τῆς βροχῆς
κι ὅπως ἔρχεται ἀπ᾿ τὴν αὔριο
μὲ τὸ φάσμα τοῦ τρόμου διασταυρώνομαι πάλι.
Λὲν εἶναι, πιὰ ἡ Ἄνοιξη
δὲν εἶναι καλοκαίρι μὰ ἐγὼ
ἂς ἀνοίξω τὸ βῆμα κ᾿ ἐδῶ λησμονημένος
νὰ δείξω τὴν αἰωνιότητα.
Ἔχω ἄλλωστε τὰ φτερὰ ταξιδεύω
πάνω ἀπ᾿ τὰ γλυκύτερα
βάσανα τοῦ καλοκαιριοῦ τὴν ὀμορφιὰ τοῦ ἔαρος.
Ἀκούω τοὺς ἤχους τῶν τύμπανών σου Μελλοντικὲ
ὅμως λυτρώσου ἀπὸ μᾶς
πίσω δὲν πάει ὁ καιρὸς μονάχα σέβεται
τὸ κορμὶ μὲ τ᾿ ἄνθη του
ἰδοὺ λοιπὸν γιατὶ τὸ συντρίβει.
Λησμόνησέ μας.
Ἀκούω τὴ χαρά σου πολιτεία τοῦ θεοῦ ὑπάρχεις
ἀλήθεια καὶ δρόμος ἀργυρόχρωμα
κλαδιὰ κάτω ἀπ᾿ τὴ σελήνη
ἡ μυρωμένη ἡ πορτοκαλιὰ τὸ ρόδι
εὐτυχισμένο λάλημα τοῦ πετεινοῦ.
Ὅταν λαλεῖ ὁ πετεινὸς πῶς σχίζει τὴν καρδιά μου
τί ἐρημιὰ διαλαλεῖ στὸ σάπιο μεσημέρι.
Ἀπὸ χειμώνα σὲ αἰσθάνομαι πολιτεία τοῦ ἔρωτα
ὁ ἥλιος ἀνατέλλει καὶ τοὺς πεθαμένους ἴσκιους
ἕνα φῶς πανάρχαιο σάβανο τυλίγει δένοντας
σὲ λάμψεις τὴ μουσική μου.
Μεγάλη ἡ νύχτα κ᾿ ἡ ποίηση
τόσο χαμηλὴ γιὰ τοὺς ἀναγκασμένους.
Χιλιάδες πόλεμοι συμβαίνουν στὸ κορμί μου.
Ποῦ εἶναι τὰ χρόνια τῶν ὑακίνθων…
Ὁ ἥλιος σου μάτωνε τὰ γόνατα κ᾿ οἱ ἄνθρωποι
φαίνονταν εὐεξήγητοι
σὰν τὰ φυτὰ τὴ βροχὴ τὸν οὐρανό!
Καὶ τώρα νὰ ἡ μοίρα σου
στὴν πόλη μέσα τὴ φρικτὴ
μ᾿ ἐνάντιο σπίτι ἐναντίον ἄνεμο.
Ἔρημος τώρα ὁ βράχος τῆς ἀγάπης —
μὴ μὲ λησμονήσεις
πάνω του στὰ βραδινὰ πετρώματα
μὲ τὸ φεγγάρι καθαρὸ πουκάμισο.
Μὴ μὲ λησμονήσεις βαθύτατε ἀέρα.
Τὴ νύχτ᾿ ἀναστενάζουμε.
Γλυκύτατη σελήνη φωτίζει τὰ πεῦκα μου
ἔχει περάσει πιὰ τὸ μεσονύχτι
κ᾿ ἐγὼ στρέφομαι στὴν πικρὴ κλίνη
εἶμ᾿ ἕνας ἔρημος μὲ δάφνες ἕνας μοναχικὸς
ποὺ χάθηκε στοὺς κρυστάλλινους μακρινοὺς ἤχους.
Τῆς καρδιᾶς μου τὰ πικρὰ καὶ μαῦρα φύλλα
πνοὴ ποὺ νὰ ῾βγεῖ ἀπ᾿ τὸν εὐλογημένο ἐντός μου
δὲν τὰ κίνησε. Τώρα σὲ δίνες
ἔχω χαθεῖ κάποτε ὑπῆρξα.
ὁ ἄγγελος τῶν ὁρατῶν ὅπως ἀγάπησε βαθιά.
Σὲ ἀκούω Ἐκτυφλωτικέ -
πῶς ἔρχεται ἡ φωνή σου ἀπ᾿ τὸν ὕπαιθρο
ἦχοι μου ταπεινοὶ πλαγιαύλων
ὑπάρχω κι ἀκούω τὸ ἐλεγεῖο.
Ἐγὼ τότε τραγουδοῦσα:
Ἔρωτα μὲ κατοίκησες πολὺ
φύγε ἀπ᾿ αὐτὸ τὸ σπίτι.
Δὲν ἔχει οὔτ᾿ ἕνα παράθυρο νὰ βγεῖ.
στὰ δέντρα ἡ ἐρημιά μου
σκόνες μονάχα καὶ σύνεργα τῆς ψυχῆς.
Οἱ ἅγιες εἰκόνες δὲν ὑπάρχουν
ἔρωτα μὴ σημαίνεις-πιά.
Πρέπει ν᾿ ἀρχίσω ἀπ᾿ τὴ λησμονιά.
Μὴ δείχνεις - εἶμαι ὁ ἀνώφελος τὸ ξέρω
σῶμα γιὰ θάνατο καὶ θάνατο
ποὺ ἐλπίζει σ᾿ ἕνα φύλλο δέντρου.
Ἡ φωνή μου λυγίζει.
Ἀλλὰ δὲν παραδίδομαι ἀντίκρυ
σ᾿ αὐτὴ τὴ δύση τρομαγμένος
ἐγὼ μὲ ὅλο τὸ αἷμα μου
ἔτσι ὅπως πόνεσα στοὺς δρόμους ἀτελείωτα
μὲ τόσο σπαραγμὸ στὰ σύνορά μου.
Ὁ οὐρανὸς εἶναι στὸν βαθυκύανο χειμώνα.
Τὸ φῶς φωνάζει μὲ τὸν κεραυνό.
Νὰ μὲ σώσουν τὰ ὄνειρα ἢ νὰ μὲ συντρίψουν
- ἕνα τ᾿ ὀνομάζω.