Κυριακή, 5 Φεβρουαρίου 2012

Δ. Ν. ΜΑΡΩΝΙΤΗΣ --Ο Οδυσσέας και οι γυναίκες. Από την παρασυζυγία στη συζυγία







Δελφοί 1998

Αν η Οδύσσεια μοιάζει με ενάρετο παραμύθι στην επιφάνειά της, στο βάθος της μελετά με τόλμη την ερωτική παθολογία, συμφιλιώνοντας τις παρασυζυγικές εκτροπές με τη συζυγική τροπή. Ζητούμενο είναι να βρεθεί τρόπος ευάγωγος, που ευνοεί το πέρασμα από τις πρώτες στη δεύτερη.



Η Οδύσσεια είναι έπος μετατρωικό, επομένως μεταπολεμικό. Από την άποψη αυτή μπορεί να θεωρηθεί έργο μεταηρωικό και, κατά κάποιον τρόπο, ειρωνικό. Υπενθυμίζεται ότι ο κεντρικός ήρωας, ο Οδυσσέας, προβάλλεται στον πρώτο στίχο του έπους ως πολύτροπος. Τούτο σημαίνει ότι εμφορείται λιγότερο από την πολεμική αρετή, η οποία χαρακτηρίζει τους κορυφαίους ιλιαδικούς ήρωες, και περισσότερο από την ευελιξία του μυαλού του. Η πρωτεϊκή πάντως φύση και συμπεριφορά του εκδηλώνεται άλλοτε με την απόκρυψη της πραγματικής του ταυτότητας και άλλοτε με την επικάλυψή της μέσω της σωματικής και ρητορικής μεταμόρφωσης. Γενικότερα, στην περίπτωση του Οδυσσέα, και όχι μόνον, συγχέονται τα όρια προσωπείου και προσώπου, υπόκρισης και ανυπόκριτης ομολογίας, αληφοθανούς ψεύδους και αλήθειας. Με τη μέθοδο αυτή η Οδύσσεια διευρύνει και περιπλέκει τη θεολογική, ανθρωπολογική, πολιτική και ηθολογική διάσταση της Ιλιάδας· όπου οι αντίθετοι όροι και στα τρία αυτά επίπεδα παραμένουν κατά κανόνα διακεκριμένοι και άμεικτοι. Στην Οδύσσεια αντίθετα συμβάλλονται συχνά παραπληρωματικές αντιθέσεις, δημιουργώντας αλλεπάλληλα μείγματα, στο εσωτερικό των οποίων μπορεί να διακριθούν ακόμη και αντιφάσεις.
Τούτο ισχύει καταρχήν για τον μύθο του έπους, ο οποίος συντίθεται από
παραμυθικά, νοβελιστικά και επικά στοιχεία, ενώ συγχρόνως φιλοξενεί φανταστικές και άκρως ρεαλιστικές μορφές και συμπεριφορές. Αναλόγως περιπλέκεται στο έπος αυτό και το κυρίαρχο μεγάθεμα του νόστου, που διχοτομείται εξαρχής στη θετική και αρνητική εκδοχή του, στο ενδιάμεσο των οποίων αναπτύσσονται τα θέματα της αναζήτησης του ήρωα και των διαδοχικών αναγνωρισμών του. Έτσι ο οδυσσειακός νόστος δοκιμάζεται απαρχής μέχρι τέλους του έπους· ο διπλός στόχος του (η επανάκτηση της βασιλικής εξουσίας και της νόμιμης συζύγου) ταλαντεύεται, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, όχι μόνον πριν αλλά και μετά τη Μνηστηροφονία· απαιτείται η παρέμβαση της Αθηνάς στην τελευταία ραψωδία τηςΟδύσσειας, για να αποτραπεί εμφύλια σύρραξη στην Ιθάκη. Τούτο σημαίνει ότι το τέλος του έπους είναι μάλλον διφορούμενο, αν μάλιστα συνυπολογιστεί η προβλεπόμενη δεύτερη αποδημία του ήρωα, που την έχει προετοιμάσει ήδη εντός της Οδύσσειας η προφητεία του Τειρεσία.
Περίπλοκη ελέγχεται και η αφηγηματική σύνταξη του έπους. Η αναδρομική διήγηση αρχίζει in medias res και αργότερα εγκιβωτίζει τον μακροσκοπικό χρόνο του νόστου (εννέα και κάτι χρόνια) στο ολιγοήμερο αφηγηματικό παρόν. Οι εγκιβωτισμένοι εξάλλου μεγάλοι Απόλογοι των ραψωδιών ι-μ προσθέτουν στις άλλες, λογοτυπικά κατοχυρωμένες, αρετές και ιδιότητες του Οδυσσέα τη δεξιοσύνη του λαμπρού αφηγητή, η οποία και τον μετασχηματίζει σε είδωλο του ίδιου του ποιητή της Οδύσσειας.
Στον κύκλο του εξωτερικού νόστου (προτού δηλαδή ο Οδυσσέας πατήσει το πόδι του στην Ιθάκη) ο ήρωας εμπλέκεται ερωτικά η συναισθηματικά με τρεις γυναικείες μορφές. Σε χρονογραφική σειρά, με την Κίρκη, την Καλυψώ και τη Ναυσικά. Σε αφηγηματική διαδοχή, με την Καλυψώ, τη Ναυσικά και την Κιρκη. Και οι τρεις αυτές γυναικείες μορφές (δαιμονικές θεές οι δύο, βασιλική κόρη η άλλη) μετατρέπονται καθ' οδόν από ανασταλτικούς σε προωθητικούς συντελεστές του νόστου, σχηματίζοντας έτσι μια τρίβαθμη κλίμακα, η οποία οδηγεί τελικώς τον Οδυσσέα στην Πηνελόπη.
Εξέχουσες οι τρεις γυναίκες μέσα στην Οδύσσεια, εμφανίζονται και αποσύρονται στο πρώτο μισό του έπους. Η Κίρκη ανήκει στο εγκιβωτισμένο αφηγηματικό παρελθόν· η Ναυσικά στο αφηγηματικό παρόν· η Καλυψώ μετέχει άνισα και στους δύο χρόνους. Η απομόνωση του ήρωα στο νησί της Κίρκης δεν ξεπερνά τελικώς τον ένα χρόνο· η καθήλωσή του στο νησί της Καλυψώς υπερβαίνει τα οκτώ χρόνια· η φιλοξενία του στο νησί της Ναυσικάς είναι μόλις τριήμερη. Στο νησί της Κίρκης ο Οδυσσέας φτάνει μαζί με τους εταίρους του. Στα άλλα δύο, ύστερα από προηγούμενο συντριπτικό ναυάγιο· μεταξύ Θρινακίας και Ωγυγίας το ένα,·μεταξύ Ωγυγίας και Σχερίας το άλλο.




Κίρκη και Καλυψώ παρουσιάζουν έκδηλες ομοιότητες, οι οποίες παλαιότερα οδήγησαν στην υπόθεση ότι εδώ λανθάνει κάποια ντουμπλέτα· πως η μία από τις δύο δαιμονικές μορφές αποτελεί αντίγραφο της άλλης, το οποίο προέκυψε σε μεταγενέστερη διασκευή του έπους. Προσεκτικότερη όμως ανάγνωση έδειξε ότι, πλάι στις αναλογικές ομοιότητες, μεγαλύτερη σημασία έχουν οι λειτουργικές διαφορές, οι οποίες και στηρίζουν αφηγηματικά τη διαδοχική εμφάνιση των δύο γυναικών μέσα στο έπος.
Οι ομοιότητες είναι προφανείς: νύμφη η Καλυψώ, μάγισσα και φαρμακός η Κίρκη· απομονωμένες και οι δύο γυναίκες σε εξωτικά νησιά, θέλουν, καθεμιά με τον τρόπο της, να απορροφήσουν τον ήρωα. Έπονται οι σημαντικότερες διαφορές: η Καλυψώ υπόσχεται αθανασία και αγηρασία στον Οδυσσέα με τίμημα την κάλυψη της μνήμης του (ο ήρωας πιέζεται να παραιτηθεί από τον ίμερο του νόστου, που τον έλκει προς την Ιθάκη και την Πηνελόπη)· η Κίρκη επιδιώκει να παγιδεύσει τον πολύτροπο Οδυσσέα στον κλοιό μιας ζωώδους ηδονής, να τον εξουδετερώσει σωματικά με τα φάρμακά της (κάτι που το έχει ήδη πετύχει με τους μισούς εταίρους του, μεταμορφώνοντάς τους σε γουρούνια). Έτσι προκύπτουν αντιστοίχως δύο αντιθετικά ζεύγη: νόστος-ψυχική λήθη και νόστος-σαρκική ηδονή.
Με διαφορετικό εξάλλου τρόπο αντιδρά ο Οδυσσέας στον διπλό αυτό πειρασμό, από τον οποίο τελικώς απεμπλέκεται με τη συνδρομή του ίδιου θεού, του Ερμή. Στην Ωγυγία δέχεται καταρχήν, ως εξουθενωμένος ναυαγός, την υποδοχή και την περιποίηση της Καλυψώς, και για ένα χρονικό διάστημα τον έρωτά της. Καθώς όμως ο χρόνος της καθήλωσής του μακραίνει αφύσικα, παραδίδεται στη θρηνητική νοσταλγία του. Όταν ο Ερμής, εντολοδόχος του Διός, κατεβαίνει στην Ωγυγία, για να μεταφέρει στην Καλυψώ την απαράβατη πια εντολή των Ολυμπίων πως πρέπει επιτέλους να αφήσει ελεύθερο τον Οδυσσέα, ο ήρωας βρίσκεται σε έναν απόμερο βράχο του νησιού, ατενίζοντας το απέραντο πέλαγος με βουρκωμένα μάτια. Εκεί θα τον βρει, μετά την επίσκεψη του Ερμή, η Καλυψώ, για να του ανακοινώσει την απροσδόκητη απόφαση της απελευθέρωσής του. Ο Οδυσσέας στην αρχή δυσπιστεί, επιμένει να επικυρώσει την απόφασή της η νύμφη με όρκο, εκείνη ορκίζεται πως δεν υποκρίνεται, και εφεξής οι δύο παλιοί εραστές δειπνούν μαζί και χαίρονται τον αμοιβαίο τους έρωτα στο κρεβάτι για τελευταία φορά. Την άλλη μέρα η Καλυψώ συντρέχει και πρακτικά τον Οδυσσέα στην κατασκευή της σχεδίας του, του προσφέρει τις αναγκαίες προμήθειες, τον συμβουλεύει πως θα μπορούσε να αντιμετωπίσει τους βέβαιους κινδύνους της νέας θαλάσσιας περιπέτειάς του, και με μελαγχολική αξιοπρέπεια τον αποχαιρετά.
Η εγκιβωτισμένη στους Απολόγους εμπλοκή του Οδυσσέα με τη μάγισσα Κίρκη πραγματοποιείται και εξελίσσεται από την αρνητική αρχή της προς τη θετική έκβασή της με τρόπο άκρως επεισοδιακό, ο οποίος οδηγεί τον ήρωα στον Κάτω Κόσμο. Στο νησί της Κίρκης φτάνει ο Οδυσσέας μ' ένα μόνο καράβι, το δικό του, κι όσους εταίρους απόμειναν σ' αυτό· τα υπόλοιπα πλοία έχουν υποστεί αύτανδρη πανωλεθρία στη βάρβαρη ακτή των Λαιστρυγόνων. Ο απροσανατόλιστος τόπος και η απειλή της πείνας επιβάλλουν την εξερεύνηση του νησιού· την επιχειρεί πρώτος ο ήρωας, φέρνοντας πίσω θήραμα ένα ελάφι· ύστερα στέλνει τους μισούς συντρόφους του ψηλά στο δασωμένο βουνό να δουν και να μάθουν περισσότερα.
Με αρχηγό τους τον Ευρύλοχο, οι μισοί εταίροι ανακαλύπτουν τα δώματα της Κίρκης, η οποία τους παρασύρει με τη γοητευτική φωνή της, το πράμνιο κρασί και τα φαρμακερά της βότανα, για να τους παραμορφώσει σε γουρούνια. Προς αναζήτησή τους σπεύδει ο Οδυσσέας, όταν στον δρόμο του τον απαντά ο Ερμής, με τη μορφή εφήβου· τον προειδοποιεί για τον κίνδυνο που διατρέχει· του προμηθεύει ως αντιφάρμακο το μώλυ· τον συμβουλεύει πως να συμπεριφερθεί με την Κίρκη, αν θέλει να εξασφαλίσει τη δική του σωτηρία και τον εξανθρωπισμό των εταίρων του.
Ακολουθώντας κατά γράμμα τις οδηγίες του θεού, ο ήρωας συμφιλιώνεται τελικώς με την Κίρκη, σμίγει ερωτικά μαζί της και δέχεται ένα ολόκληρο χρόνο την ηδονική της περιποίηση. Από τον λήθαργο αυτόν τον ξυπνούν οι πιο ανυπόμονοι εταίροι, που τον παρακινούν να συνεχίσει το ταξίδι του νόστου. Ο Οδυσσέας γυρεύει από τη μάγισσα να του υποδείξει τον δρόμο της επιστροφής, αλλά εκείνη τον παραπέμπει στον Κάτω Κοσμο και στον, ένοικο πια του Άδη, μάντη Τειρεσία. Έτσι το έπος της Οδύσσειας, με τη Νέκυια, φτάνει στον βυθό του· ο παρατεινόμενος νόστος του ήρωα, αφού πέρασε τον δίαυλο της σωματικής ηδονής, πρέπει τώρα ν' ακουμπήσει στον θάνατο.
Στον Άδη, γύρω από το αίμα των σφαγμένων ζώων, μαζεύονται αναρίθμητες οι ψυχές των νεκρών· σε πρώτη φάση ο ηδονικός Ελπήνωρ, ο Τειρεσίας κι η πεθαμένη μάνα του Οδυσσέα Αντίκλεια (ο γιος συνομιλεί μαζί της, αλλά ο πόθος του αμοιβαίου εναγκαλισμού παραμένει σπαραχτικά ατελέσφορος, αφού τα είδωλα των νεκρών στον Κάτω Κόσμο δεν έχουν πια σάρκα και νεύρα)· σε δεύτερη φάση, οι διάσημοι εταίροι του τρωικού πολέμου (ο Αγαμέμνων, ο Αχιλλέας, κι αμίλητος ο Αίαντας)· μεσολαβεί κατάλογος επωνύμων ηρωίδων, και η Νέκυια σφραγίζεται με την καταλογική παρουσία διαβόητων καταραμένων ηρώων.
Εφοδιασμένος με την προφητεία και την προειδοποίηση του Τειρεσία για τον κρίσιμο σταθμό της Θρινακίας, ο Οδυσσέας επιστρέφει στο νησί της Κίρκης. Εκείνη του εξηγεί τι μέλλεται να δει και να αντιμετωπίσει εφεξής στον δρόμο του· Σειρήνες, Πέτρες Πλαγκτές, Σκύλλα και Χαρυβδη, τέλος τα ιερά γελάδια του Ήλιου· αν οι εταίροι δεν τα πειράξουν, έχουν ελπίδα να νοστήσουν· αλλιώς τους περιμένει τελεσίδικος αφανισμός. Συμβαίνει το δεύτερο, και μέσα στην καταιγίδα του Διός βουλιάζουν και χάνονται όλοι οι σύντροφοι — μόνος ο Οδυσσέας, ναυαγός εξουθενωμένος, φτάνει με χίλια βάσανα στο νησί της Καλυψώς.
Ένα νέο ναυάγιο, το τελευταίο του πολυπλάνητου νόστου, θα συντρίψει και τη σχεδία του Οδυσσέα μεταξύ Ωγυγίας και Σχερίας. Ο ήρωας, παλεύοντας με κύματα πελώρια, σώζεται παρ' ελπίδα και βγαίνει εξοντωμένος στην παραποτάμια όχθη του νησιού της Ναυσικάς, όπου και βυθίζεται σε θεόσταλτο ύπνο, σχεδόν επιθανάτιο — σάμπως δαυλός παραχωμένος στη στάχτη, σπέρμα πυρός, όπως το λέει και η τελευταία παρομοίωση της πέμπτης ραψωδίας.
Την ίδια ώρα βαθιά κοιμάται και η Ναυσικά στον θάλαμό της, όπου την επισκέπτεται η θεά Αθηνά με τη μορφή αγαπημένης φίλης· την ξεσηκώνει να αναζητήσει από τον πατέρα της μούλες κι αμάξι, να πάει να πλύνει τα προικιά της στο ποτάμι, αφού έφτασε πια η ώρα του γάμου της. Έτσι επιτυγχάνεται η πιο τρυφερή και εύθραστη επαφή του Οδυσσέα με μια παρθενική τώρα κόρη, η οποία παραμερίζει την ερωτική της συγκίνηση, για να οδηγήσει τον ήρωα φιλικά στο βασιλικό παλάτι του Αλκινόου — αυτός θα του εξασφαλίσει τον νόστο του μ' ένα καράβι, μισοπραγματικό-μισοφανταστικό.


Η ξωθιά Καλυψώ, η φαρμακός Κίρκη, η αδάμαστη παρθένα Ναυσικά, που ευχήθηκε στο μεταξύ να είχε ταίρι της τον Οδυσσέα, συστήνουν το τρίγωνο των παρασυζυγικών σχέσεων του ήρωα. Αν συγκριθούν οι σχέσεις αυτές με τις αντίστοιχες της Ιλιάδας (τη μακροσκοπική της Ελένης με τον Πάρη, τη μικροσκοπική του Αγαμέμνονα με τη Βρισηίδα, που η πρώτη προκαλεί τον τρωικό και η δεύτερη τον ιλιαδικό πόλεμο), αποδεικνύονται αποδεκτές και ευάγωγες. Ο ποιητής της Οδύσσειας φαίνεται να ξεπερνά και σε τούτο το κεφάλαιο παραδοσιακού τύπου απαγορευτικές εντολές· αφήνει τον ήρωά του να πέσει στο κρεβάτι μιας νύμφης και μιας μάγισσας, να ομολογήσει το θάμβος του μπροστά στην ομορφιά μιας παρθένας, προτού φτάσει στην Ιθάκη και πλαγιάσει στην κλίνη της πιστής γυναίκας του. Η ερωτική ωστόσο αυτή ελευθεριότητα του Οδυσσέα πραγματοποιείται κάθε φορά σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης· θα έλεγε κάποιος πως είναι υποχρεωτική και, ως ένα σημείο, αναλογεί στους ελιγμούς της Πηνελόπης απέναντι στους μνηστήρες.
Στην επιφάνεια του έπους η Πηνελόπη παραμένει, είκοσι χρόνια ολόκληρα, αμετακίνητα πιστή· φαντάζει αντίβαρο της άπιστης Ελένης και της ανδροφονικής Κλυταιμνήστρας. Στο υπέδαφος όμως της Οδύσσειας η Πηνελόπη γίνεται κατά κάποιον τρόπο και ερωτικά διφορούμενη· ανέχεται την παρουσία των μνηστήρων στο παλάτι, γεγονός που προκαλεί και τη μομφή του Τηλεμάχου· έστω μέσα στη μαύρη απελπισία της για τον οριστικό, όπως πιστεύει, χαμό του Οδυσσέα, δεν αποκλείει δεύτερο γάμο με κάποιον από τους μνηστήρες της. Τον αναβάλλει όσο μπορεί· στο τέλος όμως, με τη συναίνεση και του αδιάγνωστου ακόμη νόμιμου άντρα της, τον προκαλεί, επινοώντας το άθλημα της τοξοθεσίας, κυριολεκτικώς στο παρά πέντε. Αυτό το άθλημα βεβαίως θα οδηγήσει στην αποκάλυψη του Οδυσσέα, στην πράξη της μνηστηροφονίας, εφεξής στον αναγνωρισμό του ήρωα από τη γυναίκα του και στην ερωτική τους συγκοίμηση.
Όταν ωστόσο η Ευρύκλεια ξυπνά την Πηνελόπη στο υπερώο της, για να της αναγγείλει ότι ο Οδυσσέας βρίσκεται στο παλάτι κι έχει σκοτώσει τους μνηστήρες, εκείνη δυσπιστεί και δέχεται τον έλεγχο της τροφού, του Τηλεμάχου, αλλά και του ίδιου του Οδυσσέα για την αλύγιστη σαν σίδερο καρδιά της. Δεν διστάζει μάλιστα να δοκιμάσει τον άντρα της με το σήμα της αμετακίνητης συζυγικής κλίνης, που την εμφανίζει μετακινημένη, και, έμμεσα έστω, σπιλωμένη από κάποιον εραστή. Εξάλλου στην απολογία της για την επίμονη δυσπιστία της προς τον Οδυσσέα δείχνει απροσδόκητη κατανόηση ακόμη και για την απιστία της Ελένης, την οποία αποδίδει στην άτη και σε κακό υπολογισμό της ένοχης ως προς τα πολεμικά παρεπόμενα της πράξης της.
Υπάρχουν και άλλα παρόμοια στοιχεία μέσα στην Οδύσσεια, τα οποία καθιστούν την Πηνελόπη, αναλογικώς προς τον Οδυσσέα, πολύτροπη· και είναι πιθανό, αν όχι βέβαιο, πως το λογοτυπικό επίθετο περίφρων, που συνοδεύει σταθερά το όνομά της, παραπέμπει όχι τόσο στην αδέκαστη φρόνησή της, όσο στο ευέλικτο μυαλό της.
Τούτο σημαίνει ότι το ζεύγος «Οδυσσέας-Πηνελόπη» δεν είναι, όπως φαίνεται σε πρώτη ματιά, τόσο ετεροβαρές· ενεργητικός και ελευθέριος ερωτικά ο άντρας· παθητική και απόλυτα έμπιστη η γυναίκα. Πρόκειται για ισόρροπη μάλλον συζυγία και σε τούτο το κεφάλαιο. Η διαφορά ανάμεσα στην Πηνελόπη και στην Ελένη, ή και στην Κλυταιμνήστρα, βρίσκεται αλλού· αυτή τιθασσεύει τα διαθέσιμα πάθη της, ενώ εκείνες τα άφησαν ατιθάσσευτα. Σε τούτο το σημείο λίγο πολύ συμφωνεί η Πηνελόπη με τον Οδυσσέα· ο οποίος αισθάνεται πως πρέπει να περάσει μέσα από τις ερωτικές συμπληγάδες της Κίρκης, της Καλυψώς και της Ναυσικάς, για να βρεθεί στην αγκάλη της νόμιμης γυναίκας του.
Αν η Οδύσσεια μοιάζει με ενάρετο παραμύθι στην επιφάνειά της, στο βάθος της μελετά με τόλμη την ερωτική παθολογία, συμφιλιώνοντας τις παρασυζυγικές εκτροπές με τη συζυγική τροπή. Ζητούμενο είναι να βρεθεί τρόπος ευάγωγος που ευνοεί το πέρασμα από τις πρώτες στη δεύτερη. Τέλος καλά, όλα καλά.