Τρίτη, 19 Φεβρουαρίου 2013

Πέτρου Μάρκαρη -- ΧΑΛΚΗ: ΤΟ ΚΕΝΟ ΚΑΙ ΤΟ ΠΟΔΗΛΑΤΟ









Chalki: The Emptiness and the Bicycle
An autobiographical note by Greek author Petros Markaris, translated by David Connolly




http://www.impringiponnison.org/pnisia.htm




ΧΑΛΚΗ: ΤΟ ΚΕΝΟ ΚΑΙ ΤΟ ΠΟΔΗΛΑΤΟ


Αυτοβιογραφικό σημείωμα του δραματουργού Πέτρου Μάρκαρη από την Ελλάδα.

Κάθε φορά που θυμάμαι τη Χάλκη, νιώθω κάτι ν’αδειάζει μέσα μου. Ξέρω ότι αυτό το κενό έχει να κάνει με τα νεανικά χρόνια μου, που τα πέρασα στο νησί, αλλά και πάλι απορώ, που εξακολουθεί να είναι ακόμα και σήμερα, μετά από τόσα χρόνια, ένα ζωντανό κομμάτι της μνήμης μου.
Ολα σχεδόν τα νησιά έχουν δυο πρόσωπα: ένα καλοκαιρινό και ένα χειμωνιάτικο. Οι ενδιάμεσες εποχές, η άνοιξη και το φθινόπωρο, είναι οι εποχές που προετοιμάζουν την αλλαγή προσώπου των νησιών. Το ίδιο ισχύει και για τα Πριγκηπόνησα. Υπάρχει, ωστόσο, μια βασική διαφορά: τα Πριγκηπόνησα δεν είναι νησιά διακοπών, αλλά νησιά παραθερισμού. Αυτό δημιουργεί άλλες σχέσεις μεταξύ των κατοίκων του νησιού και των «ξένων».
Στα ελληνικά νησιά, που είναι κυρίως νησιά διακοπών, οι σχέσεις ανάμεσα σε ντόπιους και ξένους παραμένουν ως επί το πλείστον τυπικές και κυρίως επαγγελματικές. Αντίθετα, στα Πριγκηπόνησα υπήρχαν σταθερές σχέσεις ανάμεσα σε νησιώτες και παραθεριστές, που αναθερμαίνονταν κάθε καλοκαίρι. Και οι δυο κατηγορίες έπιαναν το νήμα από εκεί που το είχαν αφήσει το προηγούμενο φθινόπωρο και το συνέχιζαν σα να μην είχαν μεσολαβήσει ο χειμώνας και η άνοιξη. Αυτό έκανε το καλοκαιρινό πρόσωπο της Χάλκης, πληθυσμιακά και κοινωνικά, πολύ διαφορετικό. Οι οικογένειες, οι νέοι, τα παιδιά, που έρχονταν για παραθερισμό δε ζωντάνευαν μόνο το νησί, αλλά και τις φιλίες του περασμένου καλοκαιριού. Η αλλαγή αυτή φαινόταν πρώτα στα ποδήλατα. Δεν άλλαζε μόνο ο αριθμός των ποδηλάτων, που κυκλοφορούσαν στο νησί, αλλά και ο περίπατος: το χειμώνα έβλεπες εδώ κι εκεί κανένα ποδήλατο, ενώ το καλοκαίρι παρέλαυναν ολόκληροι συρμοί, με δυο ή τρια ποδήλατα στη σειρά.
Όταν μετά από χρόνια βρέθηκα σε «ποδηλατικές πόλεις», όπως η Κρεμόνα, η Μόντενα, ή η Ζυρίχη, είδα ότι εκεί οι πάντες κυκλοφορούσαν με ποδήλατα. Αντίθετα στα Πριγκηπόνησα, το ποδήλατο ήταν το μέσο μεταφοράς αποκλειστικά των νέων. Οι γονείς μας κυκλοφορούσαν πεζοί, ή με τον «αραμπά», όπως έλεγαν τα τετραθέσια αμάξια.
Τα ποδήλατα στα νησιά υπάκουαν στους ίδιους κανόνες, όπως και τα καλοκαιρινά ρούχα. Όπως περί τα τέλη της άνοιξης άνοιγαν οι ντουλάπες και τα μπαούλα, για να βγούν τα καλοκαιρινά, να αεριστούν και να σιδερωθούν, έτσι καθαρίζαμε και τα ποδήλατα, τα λαδώναμε, γυαλίζαμε τα μεταλλικά τους κομμάτια και μετά τα βγάζαμε για βόλτα στο δρόμο.
Τα ποδήλατα στα νησιά αποτελούσαν δείγματα κοινωνικής στάθμης και καταξίωσης, όπως σήμερα τα αυτοκίνητα. Αυτά που ήταν στην πιο χαμηλή βαθμίδα, ήταν εισαγόμενα από τις σοσιαλιστικές χώρες, ή τις χώρες του «σιδηρούν παραπετάσματος», όπως τις έλεγαν τότε. Το πιο κοινό δείγμα αυτής της κατηγορίας ήταν τα ποδήλατα της Ανατολικής Γερμανίας. Όλα τα άλλα ήταν δυτικής προελεύσεως και εισάγονταν από την Αγγλία ή τη Γαλλία. Τα ποδήλατα των νέων της μεσαίας τάξης ήταν τα αγγλικά BSA, τo δικό μου Rudge ή τα γαλλικά Peugeot. Στην ανώτερη κοινωνική τάξη κατατάσσονταν το γαλλικό Automoto και το αγγλικό Raleigh, και τα δυο με ταχύτητες. Τα δυτικογερμανικά ποδήλατα ήταν ελάχιστα. Αν και ήταν ήταν η εποχή του «γερμανικού θαύματος», το οποίο όλοι δε χόρταιναν να επαινούν και να θαυμάζουν, τα γερμανικά ποδήλατα είχαν μείνει εκτός θαύματος στην Τουρκία, για ανεξήγητους λόγους.
Η κεντρική ποδηλατική λεωφόρος στη Χάλκη άρχιζε από τη θερινή κατοικία του Ισμέτ Ίνονου. Η πρώτη στάση ήταν περίπου τριακόσια μέτρα πιο πέρα, το καφενείο του Αγησίλαου. Η δεύτερη ήταν το εξοχικό κέντρο του Ετέμ, και δεν απείχε πολύ από την πρώτη. Σήμερα δεν έχει απομείνει πια ίχνος από αυτά τα δυο πευκόφυτα, σκιερά, καφενεία, που ήταν ταυτόχρονα και τα στέκια των γονιών μας, κυρίως τα πρωϊνά του Σαββάτου. Στου Αγησίλαου φοιτούσαν συνήθως οι Ρωμιοί, στου Ετέμ οι Εβραίοι. Όταν περνούσες αυτές τις δυο στάσεις, ανοιγόταν μπροστά σου ο μεγάλος γύρος του νησιού. Εκεί υπήρχαν άλλες δυο στάσεις. Και οι δυο ήταν γνωστές με το όνομα «γεφυράκια», αλλά το όνομα είναι παραπλανητικό, γιατί και στις δυο δεν υπάρχει τίποτα που να θυμίζει γεφυράκι. Το πρώτο είναι ένα ημικήκλιο, που θυμίζει ορχήστρα αρχαίου θεάτρου. Το δεύτερο βρίσκεται στα τετρακόσια μέτρα πιο πέρα και είναι ευθύγραμμο. Στην ουσία είναι ένας προστατευτικός τοίχος με κάγκελα, που τον έχτισαν μάλλον για να προφυλάσσει τα αμάξια από το γκρεμό. Εμείς σπάνια φτάναμε ως το δεύτερο γεφυράκι. Σκαλώναμε στο πρώτο. Ο λόγος ήταν πολύ απλός. Το πρώτο γεφυράκι ήταν το στέκι των κοριτσιών. Συνεπώς, δεν υπήρχε λόγος να προχωρήσουμε πιο πέρα. Ασφαλώς, η δύση του ηλίου ήταν πολύ πιο μαγευτική από το δεύτερο γεφυράκι, αλλά ποιος νέος σκάει ιδιαίτερα για τη δύση του ηλίου, ή για το σεληνόφως; Αυτά ήξεραν να τα εκτιμούν οι γονείς μας, που τον Αύγουστο με το σεληνόφως έβγαιναν σε γαϊδουροεκστρατεία. Εμείς, αδιαφορούσαμε.

http://www.impringiponnison.org/pnisia.htm

Δεν ξέρω γιατί, αλλά στα Πριγκηπόνησα το μονοπώλιο στη δύση του ήλιου το έχουν δυο μοναστήρια. Το ένα απ’αυτά είναι η Μονή Μακαρίου στη Χάλκη. Η Μονή Μακαρίου βρίσκεται στην κορφή του ενός από τους δυο λόφους του νησιού, που θυμίζουν καμπούρες καμήλας. (Εξ ου και η Χάλκη στα τούρκικα ονομάζεται Heybeliada: Καμπουρονήσι.) Για να φτάσεις στη Μονή, περνάς δίπλα από τη Σχολή Μεταβιβάσεων του Στρατού, στρίβεις αριστερά και αρχίζεις να ανεβαίνεις ένα μονοπάτι γεμάτο βελανιδιές. Η Μονή έχει ένα μικροσκοπικό εκκλησάκι. Παλιά είχε και έναν περιβολάρη, που φύτευε μαρούλια και σαλάτες. Πέρασαν τα χρόνια, ο περιβολάρης πέθανε, δεν πήρε άλλος τη θέση του, και στη Μονή απόμειναν όλα κι όλα μερικά πεύκα και το τοπίο. Η Μονή κοιτάζει προς την Αντιγόνη. Τα δειλινά μπορείτε να θαυμάσετε εδώ μια από τις ωραιότερες δύσεις ηλίου της Θάλασσας του Μαρμαρά. Εμείς για την Ανάσταση πηγαίναμε ή στη Μονή του Μακαρίου, ή στη Μονή του Αγίου Γεωργίου, που βρίσκεται πάνω από τη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων και δεν ανήκει στο Οικομουνεικό Πατριαρχείο, αλλά είναι Μονή του Παναγίου Τάφου. Αντίθετα, στη Λειτουργία της Κυριακής του Πάσχα ανεβαίναμε στη Θεολογική Σχολή, για ν’ακούσουμε ιερείς από διάφορες χώρες να διαβάζουν το Ευαγγέλιο σε διαφορετικές γλώσσες: ελληνικά, σέρβικα, ρωσικά, τούρκικα, γαλλικά και όποια άλλη γλώσσα, κυρίως σπάνια, βάζει ο νους σου.
Την πιο εντυπωσιακή δύση ηλίου δεν την απολαμβάνει κανείς, ωστόσο, από τη Μονή του Μακαρίου, αλλά από τη Μονή του Αγίου Γεωργίου στην Πρίγκηπο. Η ανάβαση είναι κουραστική, αλλά όταν φτάσεις στην κορφή, ανταμοίβεσαι με το παραπάνω. Ελάχιστοι επισκέπτονται πια τη Μονή Μακαρίου. Αντίθετα, η Μονή του Αγίου Γεωργίου είναι ακόμα γεμάτη από την άνοιξη ως το φθινόπωρο. Ο Αης Γιώργης, όπως τον λένε οι Πολίτες, είναι μια πολύ παλιά Μονή, αλλά αυτοί που «ανεβαίνουν» (η πάγια έκφραση των Πολιτών είναι: «θα ανεβούμε στον Αη Γιώργη») δεν είναι μόνο επισκέπτες και προσκυνητές. Πολλοί ανεβαίνουν για να καθίσουν στο εξοχικό κέντρο, που λειτουργεί δίπλα στη Μονή, να πιούν καφέ, τσάι, ή ρακή και να απολαύσουν τη θέα.
Στη Χάλκη υπάρχει και μια τρίτη Μονή, η Μονή Αρσενίου. Για τους Πολίτες οι δυο Μονές είναι ο «Μακάριος» και ο «Αρσένιος». Περνάς το δεύτερο γεφυράκι, στρίβεις δεξιά λίγο παρακάτω, και φτάνεις στη Μονή από ένα στενό δρομάκι. Ο Αρσένιος ήταν το απογευματινό στέκι μας. Πηγαίναμε με τα ποδήλατα, τεντώναμε το φιλέ του βόλεϊ σε δυο πεύκα μπροστά στη Μονή και παίζαμε βόλεϊ ώσπου να σκοτεινιάσει. Καλά, γιατί πηγαίνατε τόσο μακριά, για να παίξετε βόλεϊ, θα μου πείτε. Δεν υπήρχαν πιο κοντινές αλάνες στο νησί; Υπήρχαν, αλλά οι δυο πλευρές του Αρσενίου είναι θάλασσα και στη μέση απλώνεται ένα άλσος από πεύκα. Ετσι, μπορούσαμε να παίζουμε βόλεϊ στη σκιά των πεύκων μέχρι τελικής πτώσεως και μετά να βουτάμε στη θάλασσα. Όπως μπαίνει κανείς στον Αρσένιο, η δεξιά πλευρά είναι κατηφορική και καταλήγει σε μια παραλία, που τα πεύκα φτάνουν ως την άκρη της. Η αριστερή πλευρά βλέπει στο πίσω κομμάτι της Πριγκήπου, και για να φτάσεις στη θάλασσα, περνάς μέσα από τη Μονή. Σ’αυτό το σημείο δεν υπάρχει παραλία, αλλά ένα μεγάλος βράχος, τον οποίο οι Χαλκινοί ονόμαζαν «κουτσουλόπετρα», γιατί ήταν κάτασπρος από τις κουτσουλιές των γλάρων. Από την κορφή του βράχου πηδούσαμε κατευθείαν στα βαθιά.
Εκτός από το κενό, η άλλη έντονη ανάμνηση μου από τη Χάλκη ήταν τα πεύκα της. Ξέρω, και η Πρίγκηπος και η Αντιγόνη (τουλάχιστον πριν από τη φωτιά) έχουν πολλά πεύκα, κανένα όμως από τα δυο νησιά δεν μπορεί να συγκριθεί με τη Χάλκη. Όταν το πλοίο της γραμμής φεύγει από την Αντιγόνη και πορεύεται κατά μήκος της ακτής προς τη βαπορόσκαλα της Χάλκης, δε βλέπετε σχεδόν τίποτα άλλο, εκτός από πεύκα. Εχω ταξιδέψει πολύ στη ζωή μου και, ευτυχώς, ταξιδεύω ακόμα, αλλά, τουλάχιστον στην Ευρώπη, δε συνάντησα κανένα νησί, που να είναι σκεπασμένο τόσο πολύ με δέντρα, όπως η Χάλκη. Όταν μετά από χρόνια άρχισα να γνωρίζω την Ελλάδα πέρα από την Αθήνα, και επισκέφθηκα τις Κυκλάδες, βρήκα τη διαφορά εντυπωσιακή. Οι Κυκλάδες δεν έχουν καμιά ομοιότητα με τη Χάλκη και τα Πριγκηπονήσα, αλλά το βραχώδες τοπίο με τα άσπρα σπίτια και την απεραντοσύνη του Αιγίου, έχει μια δική του, μοναδική ομορφιά, που με αποζημιώνει με το παραπάνω για την απώλεια της Χάλκης.
Οι βόλτες με το ποδήλατο, το βόλεϊ και το μπάνιο τελείωναν στις επτά το απόγευμα και όλοι, άντρες-γυναίκες, νέοι-γέροι, κορίτσια-αγόρια, κατέβαιναν στη βαπορόσκαλα. Στην πραγματικότητα, η δεύτερη πράξη της βόλτας με το ποδήλατο παιζόταν στη βαπορόσκαλα, αλλά χωρίς το ποδήλατο. Όπως κάναμε τη βόλτα από τη θερινή κατοικία του Ισμέτ Ίνονου ως το εξοχικό κέντρο του Ετέμ και πίσω, έτσι κόβαμε ατέλειωτες βόλτες από τη βαπορόσκαλα στο λιμάνι και από το λιμάνι στη βαπορόσκαλα.
Οι μανάδες μας κάθονταν με τα πλεκτά τους στα καφενεδάκια και έκαναν κάθε βράδυ τις ίδιες πανομοιότυπες, μονότονες, συζητήσεις, ενώ οι πατεράδες μας έπαιζαν στα ίδια καφενεία, χώρια από τις γυναίκες, τάβλι και πρέφα, όπως ακριβώς και στα καφενεία της Ελλάδας. Δεν ξέρω, αν υπάρχουν ακόμα πρεφαδόροι στην Τουρκία, αλλά στην Ελλάδα αυτό το παραδοσιακό χαρτοπαίγνιο, με τη μακρά ιστορία, εξοντώθηκε από άλλα παιγνίδια, που προσφέρονται περισσότερο για τζόγο. Στη Χάλκη η πρέφα παιζόταν για τρία λουκούμια, όσοι και οι πρεφαδόροι, και ο χαμένος πλήρωνε τα λουκούμια και την τράπουλα. Το μόνο που έμεινε αήττητο και στις δυο χώρες είναι το τάβλι. Ακόμα και σήμερα βλέπεις στις συνοικίες της Πόλης, τους μαγαζάτορες να κάθονται σε σκαμνιά μπροστά στα μαγαζιά τους και να σκοτώνουν την ώρα τους με το τάβλι. Την ίδια εικόνα έβλεπα και στην Αθήνα στην οδό Αγίων Ασωμάτων από την πλευρά της Πειραιώς, εκεί που υπήρχαν κάτι μαγαζιά με φτηνά παιχνίδια, ώσπου παραμονές των Ολυμπιακών Αγώνων εκείνο το κομμάτι της Αγίων Ασωμάτων αναβαθμίστηκε και έγινε ένας – πολύ ωραίος κατά τα άλλα – πεζόδρομος. Χάθηκαν όμως οι ταβλαδόροι.
Αυτή η καθημερινή ζωή συνεχιζόταν όλη την εβδομάδα, χωρίς παραλλαγές ή έκπλήξεις. Περιμέναμε με ανυπομονησία το απόγευμα του Σαββάτου, για να βρεθούμε στην Πρίγκηπο. Μπορεί ν’αγαπώ πολύ τη Χάλκη και να τη θεωρούσα τότε το πιο ωραίο απ’όλα τα Πριγκηπόνησα, αλλά κακά τα ψέματα, η Πρίγκηπος είχε άλλο μεγαλείο. Η Χάλκη ήταν μεσοαστική, η Πρίγκηπος μεγαλοαστική. Εκείνα τα ξύλινα θέρετρα, με τους μεγάλους κήπους, γεμάτους παρτέρια με λουλούδια, η Χάλκη δεν μπορούσε ούτε να τα ονειρευτεί. Αν στη βαπορόσκαλα της Χάλκης περίμεναν πέντε αμάξια, για πελατεία, στη βαπορόσκαλα της Πριγκήπου περίμεναν πενήντα. Επιπλέον, στην Πρίγκηπο υπήρχε το ξενοδοχείο «Σπλέντιτ». Αντίθετα, το «Χάλκη Παλάς» δεν είχε καμιά σύγκριση με το σημερινό. Τότε ήταν ένα ερείπιο και και τα παιδιά έπαιζαν κρυφτό στο χορταριασμένο κήπο του, με τα μισογκρεμισμένα, ξυλόγλυπτα κουβούκλια. Σήμερα έχει ανακαινισθεί και έχει γίνει ένα από τα ωραιότερα δείγματα ξύλινης αρχιτεκτονικής.
Στον κήπο του «Σπλέντιτ», εμείς οι νέοι της Χάλκης, πίναμε κάθε Σάββατο απόγευμα «τζίνφιζ». Το «τζινφίζ» ήταν τότε της μόδας, ιδιαίτερα στη νεολαία. Κάθε νέος που ήθελε να κερδίσει την εκτίμηση, κυρίως τον κοριτσιών, έπινε «τζίνφιζ». Τώρα δε θυμάμαι ακριβώς, αν ήταν τζιν με λεμόνι, τζιν με πορτοκάλι, ή βότκα με λεμόνι, ή πορτοκάλι, αλλά δεν έχει σημασία. Εκείνο που είχε σημασία ήταν να πίνουμε «τζίνφιζ» στον κήπο του Σπλέντιτ και να ξερογλυφόμαστε κοιτώντας τα κορίτσια της Πριγκήπου.
Ενίοτε πηγαίναμε στην Πρίγκηπο όχι με φίλους, αλλά οικογενειακώς. Τότε δεν πίναμε «τζινφίζ» στον κήπο του «Σπλέντιτ», αλλά ρακή και τρώγαμε ρακομεζέδες στο εστιατόριο του «Φάτσιο», δίπλα στην βαπορόσκαλα. Ο συχωρεμένος ο πατέρας μου λάτρευε και τη ρακή και τον «Φάτσιο». Εγώ δοκίμασα πρώτη φορά τη ρακή στο «Φάτσιο» με το «ένα ποτηράκι φτάνει», «δυο ποτηράκια φτάνουν», του πατέρα μου. Το «Πασάζ Χρηστάκη», και η «Degustation», στηνΠόλη, με τους μπεκρήδες ποιητές και λογοτέχνες, ήρθαν αργότερα.
Σις έντεκα το βράδυ επιστρέφαμε στη Χάλκη με το τελευταίο πλοίο της γραμμής. Καθώς κοιτούσα από το πλοίο τα φώτα της Πριγκήπου να μακραίνουν, με πλάκωναν πάντα η ίδια μελαγχολία και το ίδιο κενό. Χαιρόμαστε μ’αυτά που μας στερούν και λυπόμαστε μ’αυτά που έχουμε, λέει κάπου ο Σαίξπηρ. Ισως αυτό να ήταν, τελικά, το πρόβλημα μου.
Πάντως, όπως και να’ναι, με ή χωρίς τον Σαίξπηρ, στην αρχή και στο τέλος του κενού που ένιωθα στέκονταν, σαν σύμβολα, δυο Χαλκινοί. Στην αρχή ήταν ο Αχμέτ. Ο Αχμέτ μετέφερε τον Σεπτέμβριο τα καλοκαιρινά, δηλαδή τα ρούχα και τα κουζινικά, των παραθεριστών στην Πόλη. Ολοι τον φώναζαν «πιτς Αχμέτ», δηλαδή «Αχμέτ ο Μπάσταρδος». Και επειδή οι Πολίτες εξελλήνιζαν κατά κανόνα σχεδόν όλες τις τούρκικες εκφράσεις, τον έλεγαν ο «Πιτσαμέτης». Κανείς δεν το θεωρούσε προσβολή, αφού και ο ίδιος είχε αποδεχθεί το όνομα. Όταν η μάνα μου τον άρχιζε στα παζάρια, για να του ρίξει λίγο την τιμή, αυτός της το ξέκοβε, λέγοντας: «Μαντάμ, μόνο ο Πιτσαμέτης μπορεί να μεταφέρει τα πράματα σου χωρίς ζημιά.» Αυτό δεν ήταν υπερβολή. Ολοι οι παραθεριστές εμπιστεύονταν σ’αυτόν τη μεταφορά, επειδή ήταν εξαιρετικά σχολαστικός. Αυτή ήταν η καλή πλευρά του Αχμέτ. Η κακή του ήταν ότι ψάρευε με δυναμίτη. Το ήξεραν όλοι, και η αστυνομία, αλλά δεν μπορούσε να τον πιάσει, γιατί ήταν παμπόνηρος και γνώριζε τη θάλασσα του Μαρμαρά σαν την τσέπη του. Ηταν πάντα γελαστός, και πάντα πρόθυμος να σε εξυπηρετήσει, συχνά αφιλοκερδώς. Τη ζημιά την έκανε στα ψάρια, όχι στους ανθρώπους.
Η επιστροφή των παραθεριστών στην Πόλη άρχιζε την πρώτη εβδομάδα του Σεπτεμβρίου. Το νησί άδειαζε μέρα με τη μέρα και μαζί μεγάλωνε καθημερινά το κενό μέσα μου. Μετά την επέτειο της Δημοκρατίας, στις 29 Οκτωβρίου, η Χάλκη έπαιρνε πια την χειμωνιάτικη όψη της. Το πιο μεγάλο κενό που έχω νιώσει στη ζωή μου είναι το κενό του φθινοπώρου στη Χάλκη. Αυτό δεν ξεκίνησε από το δημοτικό, αλλά από το γυμνάσιο. Οσο είμαστε στο δημοτικό, τα παιδιά του νησιού, ρωμιόπουλα και τουρκόπουλα, παίζαμε όλα μαζί. Πηγαίναμε, βέβαια, σε διαφορετικά σχολεία, αλλά στις γειτονιές και στις αλάνες, παίζαμε παρέα. Και όταν είμαστε ατίθασσοι, οι ρωμιές και οι τουρκάλες μανάδες μας έδερναν εξίσου αλύπητα. Το καλοκαίρι κολλούσαν στις παρέες μας, με τους δικούς μας όρους και κανόνες, και τα παιδιά των παραθεριστών. Όταν τέλειωνε το καλοκαίρι, τα παιδιά αυτά ξαναγύριζαν στην Πόλη, ενώ εμείς συνεχίζαμε να παίζουμε, χωρίς να μας λείπουν ιδιαίτερα. Κοντολογίς, ζούσαμε ακόμα στο λιλιπούτειο, αλλά ευτυχισμένο κόσμο μας, και το περί ου ο λόγος κενό δεν κατάθλιβε εμένα, αλλά τη μητέρα μου.
Η μοναξιά και το κενό εισέβαλαν απότομα στην ζωή μου το φθινόπωρο που πήγα στην πρώτη γυμνασίου στο Αυστριακό Λύκειο. Καθημερινά, από τη Δευτέρα ως το Σάββατο, έπαιρνα κάθε πρωΐ το πλοίο των επτά, βουτούσα στις οκτώμισι στην πολυκοσμία και τη φασαρία του Καράκιοϊ, σχόλαγα στις τρεις και μισή και με το πλοίο των τέσσερις και τέταρτο επέστρεφα ξανά στη μοναξιά του νησιού. Από το πλοίο βγαίναμε πεντέξη άτομα και χανόμασταν μόλις διασχίζαμε τη βαπορόσκαλα. Αυτή η καθημερινή εναλλαγή ανάμεσα στη μοναξιά του νησιού και τον παλμό της Πόλης, με ρήμαζε. Γιατί δε με έτρωγε μόνο η μοναξιά, αλλά και η ζήλια για τους συμμαθητές μου, που ζούσαν στην Πόλη. Αυτή η ζήλια χτυπούσε κόκκινο το Σάββατο. Στα διαλείμματα οι συμμαθητές μου κανόνιζαν τα εξωσχολικά του Σαββατοκύριακου: σε ποια σινεμά ή πάρτι θα πήγαιναν, σε ποια ζαχαροπλαστεία θα συναντιόντουσαν. (Τότε τα λέγαμε ζαχαροπλαστεία. Οι καφετέριες ήρθαν πολύ αργότερα.) Αντίθετα, εμένα με περίμενε, μετά από μερικές ώρες, το πλοίο που θα με πήγαινε πίσω στη μοναξιά του νησιού.
Επειδή έκανα τα μαθήματα μου στο πλοίο, στο σπίτι δεν μου έμενε τίποτα να κάνω. Ετσι έπαιρνα ένα βιβλίο, καθόμουν σε μια γωνιά και διάβαζα. Με τον καιρό τα βιβλία έγιναν η ασπιρίνη της μοναξιάς και του κενού μου. Αν και δεν παίρνω πια ασπιρίνες, γιατί με χτυπάνε στο στομάχι, ωστόσο, ακόμα απορώ πώς δε σιχάθηκα τα βιβλία.
Η μοναξιά και η σιωπή ήταν τόσο απόλυτες, που ξέραμε ποιος ήταν αυτός που περνούσε σε μια συγκεκριμένη ώρα από το δρόμο. Λόγου χάρη, όταν ακούγαμε έξω βήματα στις οκτώ, η μάνα μου έλεγε: «Α, αυτός θα είναι ο Σιτκί μπέης», και έτρεχε στο παράθυρο. Ο Σιτκί μπέης έμενε στην πάνω γειτονιά, συνεπώς δεν είχαμε πολλές σχέσεις μαζί του, αλλά η μάνα μου, με τη λαχτάρα να κουβεντιάσει με κάποιον άλλον, εκτός από τον πατέρα μου, τη γιαγιά μου κι εμένα, έτρεχε στο παράθυρο, για ν’ανταλλάξει δυο κουβέντες μαζί του.
Ισως το γεγονός που θα αναφέρω τώρα να πείθει περισσότερο από κάθε άλλο για τη φιλική σχέση Ρωμιών και Τούρκων στο νησί. Η θειά μου η Φωφώ, η γυναίκα του αδλεφού του πατέρα μου, μιλούσε, όπως πολλοί Ρωμιοί τότε, άθλια τούρκικα. Δεν έλεγε λοιπόν τον εν λόγω κύριο «Σιτκί μπέη», που στα τούρκικα γράφεται «Sıtkı». Αυτό το δύστροπο φωνήεν «ı», το οποίο κανένας μη τούρκος δεν το προφέρει εύκολα, δυσκόλευε και τη θειά μου, και έτσι τον φώναζε «Σικί μπέη». Μόνο που το «σικί» στα τούρκικα είναι η γενική του «πέους». Μόλις η μάνα μου, που μιλούσε άψογα τούρκικα, άκουγε τη θειά μου να λέει: «Merhaba Σικί μπέη», έτρεχε να κρυφτεί στην κουζίνα από τη ντροπή της. Ο Σιτκί μπέης όμως δε θύμωνε καθόλου, αλλά της απαντούσε γελώντας «Merhaba madam».
Το χειμώνα, τα χασάπικα, τα μπακάλικα και τα μανάβικα ήταν άδεια. Δίπλα στο εστιατόριο του Γρηγόρη, στον παράλληλο δρόμο της παραλίας, υπήρχε το μπακάλικο το Αλί μπέη, «Τα Αδέλφια». Ο Αλί μπέης ήταν και ο δάσκαλος μας της τούρκικης γλώσσας στο δημοτικό. Στο κεντρικό δρόμο της Χάλκης, εκεί που είναι και ο Αγιος Νικόλαος, υπήρχε στα αριστερά, πριν από την εκκλησία, το μανάβικο του Λάζαρου. Δίπλα του ήταν το χασάπικο του Θωμά. Απέναντι του, το χασάπικο του Ζαχαρία και δίπλα ο Αρχιμήδης, που πουλούσε εμφιαλωμένο νερό σε νταμιτζάνες. Λίγο πιο πάνω ήταν ο φούρνος του Γιάννη. Κανείς δεν ήξερε ποιο ήταν το επίθετο όλων αυτών. Ολοι τους ήξεραν μόνο με το όνομα τους. Τα καλοκαίρια, που τα καταστήματα ήταν γεμάτα κόσμο, η επαφή με τους καταστηματάρχες περιοριζόταν σε μια καλημέρα. Αντίθετα, το χειμώνα, όσοι διάσχιζαν τον κεντρικό δρόμο, έκαναν και μια στάση ανά μαγαζί και έπιαναν κουβέντα. Δεν είχε καμιά σημασία, αν ήσουν πελάτης ή όχι. Το σημαντικό ήταν να πεις δυο λόγια, για να σκοτώσεις λίγο την ανία σου. Ο μπαμπάς μου ψώνιζε τα λαχανικά από το μανάβικο του Λάζαρου, αλλά το κρέας το ψώνιζε από το χασάπικο του Σαντίκ, που ήταν στον κεντρικό δρόμο κι αυτό, αλλά λίγο πιο πάνω από τα άλλα μαγαζιά. Πότε δεν ξανάφαγα τόσο νόστιμα παϊδάκια, όσο εκείνα του Σαντίκ. «Αυτός ο Ζαχαρίας δεν έχει ιδέα πώς κόβουν τα παϊδάκια. Το στοιβάζει το ένα πάνω στο άλλο, σαν ξύλα για τη σόμπα», αγανακτούσε ο συχωρεμένος ο πατέρας μου. Ο Σαντίκ έστρωνε μια λεπτή λαδόκολλα και άπλωνε πάνω της τα παϊδάκια σαν εκθέματα. Όταν γέμιζε η λαδόκολλα, έστρωνε πάνω τους μια άλλη και συνέχιζε με τη δεύτερη σειρά.
Χρόνια μετά πήγα σε έναν χασάπη στην Αθήνα, για να πάρω παϊδάκια. Ο χασάπης άδραξε το τσεκούρι κι άρχισε να τα κόβει. Ανατρίχιασα. «Μα τι κάνεις εκεί;» του φώναξα. «Παϊδάκια, δε ζητήσατε;» με ρώτησε σαστισμένος. Σε όλα συνηθίζει κανείς. Ακόμα και στο να τρώει παϊδάκια κατακρεουργημένα με το τσεκούρι.
Τι κάνει τα Σαββατοκύριακα ένας νέος, ο οποίος είναι καταδικασμένος να ζει σε ένα νησί, που απέχει μιάμισι ώρα με το πλοίο από την Πόλη, και είναι χωρίς αυτοκίνητα, λεωφορεία ή ζαχαροπλαστεία; Καβαλάει το ποδήλατο του και αρχίζει να κάνει βόλτες στο άδειο και έρημο νησί. Κατεβαίνει στις παραλίες που τα πεύκα αγγίζουν τη θάλασσα και χαζεύει ώρες ατέλειωτες τα κύματα. Εγώ άρχισα τέτοιες μέρες να αγαπάω τον αγέρα και τη φουρτουνιασμένη θάλασσα, και η αγάπη μου κρατάει ως σήμερα. Η γαληνεμένη θάλασσα με κάνει να νιώθω σαν να κοιτάω τη μπανιέρα μου. Αντίθετα, το να ταξιδεύω στο Αιγαίο με φουρτουνιασμένη θάλασσα είναι για μένα μια μεγάλη απόλαυση. Τα απογεύματα της Κυριακής, γύρω στις πέντε, πήγαινα καμιά φορά βόλτα γύρω στη Θεολογική Σχολή. Ηταν η ώρα που έβγαιναν βόλτα οι φοιτητές της Θεολογικής, τα «παπαδάκια», όπως τα έλεγαν οι Χαλκινοί, και κάπου κάπου πιάναμε κουβέντα, για να διασκεδάσουμε από κοινού την πλήξη μας.
Το απόγευμα της Κυριακής συνδεόταν και με ένα άλλο γεγονός: κάθε Κυριακή απόγευμα ο κινηματογράφος της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων ήταν ανοιχτός για τους νησιώτες. Νέοι, γέροι, άντρες και γυναίκες έτρεχαν στις τρεις το απόγευμα να δουν ταινία. Ολες τις χολυγουντιανές ταινίες της δεκαετίας του πενήντα τις έχω δει, είτε στον κινηματογράφο της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων, είτε στον υπαίθριο κινηματογράφο που λειτουργούσε κάθε καλοκαίρι στον κήπο του δημοτικού μας σχολείου. Προπαντός, όταν έπαιζε ταινίες του μεγάλου σταρ της εποχής, του Gene Kelly, όλο το καλοκαιρινό νησί ήταν στο πόδι. «Θα πάμε σινεμά απόψε; Παίζει ‘Γκένεκέλυ’», ήταν το σύνθημα. Όταν η κόρη μου, που σπούδασε σκηνοθεσία κινηματογράφου, μου μιλάει για την «Καζαμπλάνκα» ή για ταινίες του Χάουαρντ Χοκς, εμένα ο νους μου πάει πάντα στον κινηματογράφο της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων.
Το ανοιξιάτικο σύμβολο της Χάλκης ήταν ο Γιάννος. Οι Χαλκινοί τον έλεγαν «ο Τρελογιάννος», αλλά περσσότερο από τρελός ήταν ένας αγαθιάρης και ευτυχισμένος ανθρώπος. Αν ο «Πιτσαμέτης» έδινε το σύνθημα ότι τέλειωσε το καλοκαίρι και πλησιάζει ο χειμώνας, ο Γιάννος έδινε το μαντάτο ότι τέλειωσε ο χειμώνας και έρχεται το καλοκαίρι. Γιατί ο Γιάννος έπλενε τα χαλιά όλων σχεδόν των Χαλκινών. Τα άπλωνε στη μέση του δρόμου τα περεχούσε με κουβάδες νερό. Μετά τα έπλενε σχολαστικά με σαπούνι. Δε χτυπούσε όμως τα χαλιά με ρόπαλα, ή με βέργες για να καθαρίσουν, αλλά ανέβαινε ξυπόλυτος πάνω τους και χόρευε. Πώς πατούσαν παλιά τα σταφύλια στο πατητήρι, ακριβώς έτσι. Κανείς μας δεν ήξερε τι χορός ήταν αυτός που χόρευε, με τα «όπα-όπα» και τα «ντάχτηρι», που φώναζε ασταμάτητα. Τον θεωρούσαμε δικής του εμπνεύσεως, ώσπου μια ελληνίδα επισκέπτρια, που τον είδε να χορεύει, φώναξε: «Καλέ, χορεύει καλαματιανό!» Ετσι μάθαμε πώς χορεύεται ο καλαματιανός.
Ολο το νησί θυμόταν το γάμο του Γιάννου με την Ανθούλα. Πώς ο Γιάνος στάθηκε μπροστά σον πατέρα Ιάκωβο μαζί με την Ανθούλα του, σταυροκοπήθηκε με μεγαλόσχημες κινήσεις και αναφώνησε: «Δόξα σοι Κύριε, που μ’άξιωσες. Κι εγώ παρθένος και η Ανθούλα μου παρθένα!» Και ενώ η εκκλησία γέμισε ανεξέλεγκτα κακαρίσματα και κραυγές γέλιου, που το ποίμνιο δεν κατάφερνε να πνίξει, ακούστηκε η βροντερή φωνή του πατέρα Ιάκωβου: «Σιωπή, ανεπρόκοπε. Δεν είσαι παρθένος. Είσαι αμαρτωλός και βλάξ.» Και μετά γύρισε έξαλλος στο ποίμνιο. «Σκασμός, κι εσείς. Εδώ τελούμε το μυστήριο του γάμου. Δεν είμαστε στον τζαμπάζη!»
Ο «τζαμπάζης» ήταν ένα μπουλούκι ακροβατών, που ερχόταν κάθε καλοκαίρι σε μια αλάνα, απέναντι από το τούρκικο γυμνάσιο, έδινε παραστάσεις με ακροβάτες, και έκλεινε το καθημερινό προγραμμά του με μια χοντροκομμένη φάρσα. Το νησί γέμιζε κάθε βράδυ την αλάνα, γιατί στο κοινό άρεσαν τα ακροβατικά, αλλά και η φαρσοκωμωδία.
Ο Γιάννος με την Ανθούλα έκαναν εννιά παιδιά. Ο Γιάννος έτρεχε σε όλες τις χοντροδουλειές, κυρίως γιατί ήταν ένας εξαιρετικά γεροδεμένος και δυνατός άντρας. Παρόλα αυτά, δεν ήταν εύκολο να θρέψεις έντεκα στόματα, ακόμα και στη δεκαετία του πενήντα του περασμένου αιώνα, όταν η ζωή ήταν πολύ πιο απλή και οι άνθρωποι ολιγαρκείς. Εκανε εννιά παιδιά, γιατί το όνειρο του ήταν να αποκτήσει γιό, αλλά του έβγαιναν όλα κορίτσια. Τώρα, αν το δέκατο του βγήκε αγόρι, θα σας γελάσω, δε θυμάμαι πια.
Σε ένα σημείο, ωστόσο, που σύσσωμο το νησί, και κυρίως οι ψαράδες αναγνώριζαν την αξία του Γιάννου, ήταν το χάρισμα του να προβλέπει τον καιρό. Τότε, δεν υπήρχαν ούτε τηλεόραση, ούτε δορυφόροι. Ετσι, οι ψαράδες άκουγαν το Γιάννο. «Να βγείτε αύριο για ψάρεμα,» τους έλεγε. «Από μεθαύριο θα’χουμε ντραμουντάνα.» Ή όταν έβλεπε τις κυρίες να απολαμβάνουν τη λιακάδα, τους έκοβε την όρεξη. «Σε τρεις μέρες θα φυσήξει μαΐστρος και θα’χουμε χιονιά.» Μια στις δυο φορές έπεφτε μέσα και αυτό ήταν τεράστιο ποσοστό, για τις προβλέψεις καιρού τότε.
Αν υπήρχε μια παρηγοριά στη μοναξιά και στο κενό του χειμώνα, ήταν ότι η Πρίγκηπος ήταν πολύ πιο άδεια και μοναχική από τη Χάλκη. Τα εστιατόρια και οι ταβέρνες στα αριστερά της βαπορόσκαλας, που το καλοκαίρι ξεχειλούσαν κόσμο, ήταν σκοτεινά και με τα ρολά κατεβασμένα. Οι αμαξάδες πάνω στ’αμάξια τους, διπλωμένοι στα δυο στη βροχή, περίμεναν μάταια τους επιβάτες που δεν έρχονταν. Το «Σπλέντιτ» ήταν κλειστό, και ο κήπος του, που πίναμε τζινφίζ τα απογεύματα του Σαββάτου, το καλοκαίρι, είχε χορταριάσει. Όταν γύριζα το χειμώνα από την Πρίγκηπο στη Χάλκη δεν ένιωθα θλίψη, αλλά μια ανακούφιση, που έφτανε στα όρια της χαράς.
Μπορεί σήμερα πια η Χάλκη να έχει αλλάξει πολύ, αλλά όπως είπα και άλλοτε, όλοι οι Πολίτες έχουν δυο ηλικίες. Η πρώτη αρχίζει από τη μέρα που γεννήθηκαν, ενώ η δεύτερη από τη μέρα που εγκατάλειψαν την Πόλη. Αυτά που αφηγήθηκα είναι ένα απόσταγμα αυτών των δυο ηλικιών.