Κυριακή, 17 Μαρτίου 2013

Κοσμᾶς Πολίτης -- ΟΙ ΧΑΡΤΑΕΤΟΊ --( Τά τσερκένια )














Εἶδες ποτέ σου πολιτεία νά σηκώνεται ψηλά; Δεμένη ἀπό χιλιάδες σπάγγοι ν’ ἀνεβαίνει στά οὐράνια; E, λοιπόν, οὔτε εἶδες οὔτε θά μεταδεῖς ἕνα τέτοιο θάμα. Ἀρχινούσανε τήν Καθαρή Δευτέρα–ἤτανε ἀντέτι–καί συνέχεια τήν κάθε Κυριακή καί σκόλη, ὤσαμε τῶν Βαγιῶν. Ἀπό τοῦ Χατζηφράγκου τ’ Ἀλάνι κι ἀπό τό κάθε δῶμα κι ἀπό τόν κάθε ταρλά τοῦ κάθε μαχαλά τῆς πολιτείας, ἀμολάρανε τσερκένια. Πήχτρα ὁ οὐρανός. Τόσο, πού δέ βρίσκανε θέση τά πουλιά. Γιά τοῦτο, τά χελιδόνια τά φέρνανε οἱ γερανοί μονάχα τή Μεγαλοβδομάδα, γιά νά γιορτάσουνε τήν Πασχαλιά μαζί μας. Ὁλάκερη τή Μεγάλη Σαρακοστή, κάθε Κυριακή καί σκόλη, ἡ πολιτεία ταξίδευε στόν οὐρανό. Ἀνέβαινε στά οὐράνια καί τή βλόγαγε ὁ Θεός. Δέ χώραγε τό μυαλό σου πώς μπόραγε νά μένει κολλημένη χάμω στή γῆς, ὕστερ’ ἀπό τόσο τράβηγμα στά ὕψη. Καί ὅπως κοιτάγαμε ὅλο ψηλά, τά μάτια μας γεμίζανε οὐρανό, ἀνασαίναμε οὐρανό, φαρδαίνανε τά στέρνα μας καί κάναμε παρέα μέ ἀγγέλοι. Ἴδια ἀγγέλοι κι ἀρχαγγέλοι κορωνίζανε ψηλά. Θά μοῦ πεῖς, κι ἐδῶ, τήν Καθαρή Δευτέρα, βγαίνουνε κάπου ἐδῶ γύρω κι ἀμολάρουνε τσερκένια. Εἶδες ὅμως ποτέ σου τούτη τήν πολιτεία ν’ ἀρμενίζει στά οὐράνια; Ὄχι. Ἐκεῖ, οὖλα ἦταν λογαριασμένα μέ νοῦ καί γνώση, τό κάθε σοκάκι δεμένο μέ τόν οὐρανό. Καί χρειαζότανε μεγάλη μαστοριά καί τέχνη γιά ν’ ἀμολάρεις τό τσερκένι σου.
         Ὁ Σταυράκης, ὁ Σταυράκης τοῦ Ἀμανατζῆ, θά γινότανε σπουδαῖος τσερκενᾶς. Μά χαραμίστηκε ἡ ζωή του. Ἅς εἶναι... Πού λές, θά γινότανε σπουδαῖος τσερκενᾶς. Παιδί ἀκόμα, ἤτανε μάνα στίς μυρωδιές. Νά σοῦ ἐξηγηθῶ. Συμφωνοῦσες μ’ ἕναν ἄλλον πού ἀμόλαρε τσερκένι–ὄλα γίνονταν μέ συμφωνία, τίμια, δίχως χιανετιά–συμφωνοῦσες μαζί του νά παίρνετε μυρωδιές. Δηλαδή ποιός θά ξούριζε τήν ὁριά τοῦ ἀλλουνοῦ. Ὁ Σταυράκης ἄφηνε σπάγγο, ἔφερνε τό τσερκένι του πιό πέρα καί λίγο πιό κάτω ἀπό τό τσερκένι τ’ ἀλλουνοῦ, τράβαγε τότε σπάγγο μέ δυνατές χεριές, καί χράπ! τοῦ ξούριζε τήν ὁριά. Ἤξερε κι ἄλλα κόλπα ὁ Σταυράκης. Καί τά τσιγαροχαρτάκια τῆς ὀριᾶς γινόντουσαν ἄσπρα πουλάκια, πεταρίζανε στά οὐράνια, ὥσπου τά ’χανες ἀπό τά μάτια σου. Τό κολοβό τσερκένι ἀρχίναγε νά παίρνει τάκλες–νά, ὅπως γράφουνε τώρα κάποιες φορές οἱ ἐφημερίδες γιά τ’ ἀεροπλάνα–καί σάν ἤπεφτε μέ τό κεφάλι, δέν εἶχε γλυτωμό: χτύπαγε κάπου, ἤσπαζε ὁ γιαρμάς στή μέση, καί τό τσερκένι σωριαζότανε ἴδιο κορμί μέ τσακισμένη ραχοκοκκαλιά. Ἤτανε μάνα ὁ Σταυράκης.
          Μά ἐξόν ἀπό τίς μυρωδιές, ἤτανε καί τά παρσίματα. Μπλέκανε τά δυό τσερκένια, τράβαγες σπάγγο, τεζάρανε, κι ὅποιος ἤσπαζε τό σπάγγο τ’ ἀλλουνοῦ τοῦ ’παιρνε τό τσερκένι. Κι αὐτό μέ τίμια συμφωνία. Φώναζες, νά τά παίρνομε; Ναί, σοῦ ἀποκρινότανε ὁ ἄλλος, μά τί σπάγγο ἔχεις; Γιατί, ἄν εἶχες σπάγγο σιτζίμι ἤ διμισκί, κι ὁ ἄλλος εἶχε σπάγγο τσουβαλίσιο, σίγουρα τόν ἔκοβες. Ἔπρεπε νά ’ναι ἰσοπλία, πού λένε. Βέβαια, γινόντουσαν καί χιανετιές καμμιά φορᾶ. Σπάνια ὅμως.
          Τά τσερκένια δέν ἤτανε σάν τά ἐδῶ, τετράγωνα ἤ μέ πολλές γωνίες. Νά σοῦ ἐξηγηθῶ. Φαντάσου ἕνα καλαμένιο τόξο–μισό τσέρκι, δηλαδή–μέ τήν κόρδα καί μέ τή σαΐτα του. H σαΐτα του–αὐτός εἶναι ὁ γιαρμάς τοῦ τσερκενιοῦ–ἤτανε μιά ξύλινη βέργα. Ὁ γιαρμάς, λοιπόν, περίσσευε κάτω ἀπό τήν κόρδα, δυό φορές πιό μακρύς παρά ἀπό τήν κόρδα ὤσαμε τή μέση τοῦ τσερκιοῦ. Αὐτό, γιά τήν ἰσοροπία. Ἤτανε δεμένος στήν κορφή τοῦ τσερκιοῦ, τό ἴδιο καί καταμεσῆς στήν κόρδα. Κάτω, ἡ μύτη του εἶχε μιά χαρακιά. Ἕνας σπάγγος ξεκίναγε ἀπό τήν μίαν ἄκρη τοῦ τσερκιοῦ, πλάι στήν κόρδα, κατέβαινε, χωνότανε στή χαρακιά ἤ δενότανε γύρω στή μύτη, ἀνέβαινε ἀπό τήν ἄλλη, καί ξαναδενότανε στήν ἄλλη ἄκρη τοῦ τσερκιοῦ. Τό τσερκένι, λοιπόν, ἤτανε ἕνα τόξο, πού τέλειωνε κάτω μυτερό, σέ σφήνα. Αὐτός ἤτανε ὁ σκελετός. Τόν ντύνανε ὕστερα μέ χαρτί, χοντρό ἤ πιό λιανό, ἀνάλογα μέ τό μπόϊ τοῦ τσερκενιοῦ. Βέβαια, τό καλό τσερκένι, ἤπρεπε νά ’ναι καλοζυγιασμένο, νά μή γέρνει οὔτε ἀπό τή μιά μπάντα οὔτε ἀπό τήν ἄλλη. Μά, νά σού πῶ τήν ἁμαρτία μου, ἐμένα μ’ ἄρεσε νά γέρνει λιγάκι ἀπό τή μιά. Τοῦ κρέμαγα σκουλαρίκι ἀπό τήν ἄλλη, καί σάν κορώνιζε ψηλά, καμάρωνε ἴδια κοπέλα.
          Τό πιό φτηνό τσερκένι ἤτανε ὁ Τοῦρκος: ἕνα μονοκόματο κόκκινο χαρτί, μέ κολλημένα πάνω τό μεσοφέγγαρο καί τ’ ἄστρο. Ὕστερα ἐρχότανε ὁ Φραντσέζος, μπλού, ἄσπρο, κόκκινο, κολλημένα πλάϊ πλάϊ μέ τσιρίσι. Ἀκόμα πιό ἀκριβός ἤτανε ὁ Ἕλληνας. Βλέπεις γιά τήν ἑλληνικιά παντιέρα, χρειάζονται πολλές λουρίδες, ἄσπρες καί γαλάζιες, χώρια ὁ σταυρός σέ μιά γωνιά, καί ἤθελε δουλιά τό κόλλημα. Στό κόστος του παράβγαινε ὁ Ἀμερικάνος, κόκκινες καί ἄσπρες λουρίδες, καί τ’ ἄστρα στή γωνιά. Μά πιό ἀκριβό ἀπ’ οὖλα τά τσερκένια, πανάκριβο, ὤσαμε ὀχταράκι, μπορεῖ καί δέκα μεταλλίκια–σοῦ μιλάω γιά τρεχούμενο μπόϊ, κοντά ἕνα μετρο–ήτανε τό μπακλαβουδωτό. Οὖλο μικρά μικρά τρίγωνα καί μπακλαβουδάκια, χρώματα χρώματα. Ἐξόν ἀπό τόν κόπο γιά τό κόλλημα, χρειαζότανε καί μεγάλη τέχνη, γιά νά ’ναι οὖλα τά κομματάκια ταιριαστά στό σχέδιο καί στό χρῶμα. Πήγαινε καί πολύ τσιρίσι... Ἀκριβούτσικο ἤτανε κι ὁ οὐρανός μέ τ’ ἄστρα, σκοῦρο μαβί, μέ κολλημένα πάνω του, ἀπό χρυσόχαρτο, οὖλα τ’ ἄστρα καί οἱ κομῆτες τ’ οὐρανοῦ. Καί ποῦ νά δεῖς κάτι θεόρατα τσερκένια, πάνω ἀπό μπόϊ ἀνθρώπου. Αὐτά, τ’ ἀμολάρανε οἱ μεγάλοι, ὄχι μέ σπάγγο, μέ σκοινάκι. Τά κουμαντάρανε δυό δυό νομάτοι, γεροί ἄντροι, μέ χέρια ροζιασμένα στή δουλιά, γιατί τό τράβηγμα τοῦ ἀέρα σοῦ χαράκιαζε τά δάχτυλα. Τά μάτωνε. Ἀμόλαρα κι ἐγώ ἕνα τέτοιο τσερκένι μιά βολά.
          Αὐτά εἶχα νά σοῦ πῶ. Ἤτανε θάμα νά βλέπεις ὁλάκερη τήν πολιτεία ν’ ἀνεβαίνει στά οὐράνια. Νά, γιά νά καταλάβεις, ξέρεις τό εἰκόνισμα, πού ἄγγελος σηκώνει τήν ταφόπετρα, κι ὁ Χριστός βγαίνει ἀπό τόν τάφο κι ἀναλήφτεται στόν οὐρανό, κρατώντας μιά πασχαλιάτικια κόκκινη παντιέρα; Κάτι τέτοιο ἤτανε.

(ἀπό τό βιβλίο: Κοσμᾶς Πολίτης, Στοῦ Χατζηφράγκου, ἐκδόσεις Ἀ. Καραβία 1963)




Χαρταετοί στην Αθήνα. Σχέδιο  Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας  Πινακοθήκη Νίκου Χατζηκυριάκου-Γκίκα