Παρασκευή, 1 Ιουλίου 2011

Gastόn Baquero


          Λέξεις  γραμμένες  στην  άμμο  από  έναν αθώο

                                                                      copper  just  above  its  melting  point  
                                                       Διαθήκη του ψαριού

Εγώ σ΄αγαπώ, πολιτεία,
κι ας ακούω μόνο το μακρινό σου αχό,
κι ας είμαι στη λήθη σου αόρατο νησί,
γιατί βουίζεις και τρέμεις και με ξεχνάς,
εγώ σ΄αγαπώ πολιτεία.

Εγώ σ΄αγαπώ, πολιτεία,
όταν η βροχή πηγάζει ξαφνική απ΄τη κορφή σου
να σου διαλύσει το αμέτρητο πρόσωπο απειλώντας,
όταν μέχρι το σιωπηλό γυαλί που κατοικώ
τα αστέρια ρίχνουν την ελπίδα τους,
όταν ξέρω οτι πονάς,
όταν ο παλμός του γέλιου σου σβήνει στ΄αυτιά μου,
όταν το δέρμα μου σου πυρπολεί τη μνήμη,
όταν θυμάσαι, αρνείσαι, ζωντανεύεις, ξεψυχάς,
εγώ σ΄αγαπώ, πολιτεία.

Εγώ σ΄αγαπώ, πολιτεία,
όταν κατεβαίνεις κάτωχρη κι εκστατική
στο εφήμερο της νύχτας μνήμα,
όταν υψώνεις τα διάττονα βλέφαρα
μπρος στην πανάχραντη θέρμη,
όταν αφήνεις τον ήλιο να κυλά
σαν ποτάμι απο μελίσσι σιγηλό,
σαν μήλο αναμάρτητο στην όψη,
σαν παδί  που λέει δέχομαι και τείνει την παρειά του


                    Εγώ σ΄αγαπώ, πολιτεία,
γιατί μακριά απ΄το θάνατο σε βλέπω,
γιατί ο θάνατος περνά κι εσυ κοιτάζεις
με μάτια ψαριού, με το αστραφτερό σου
πρόσωπο ψαριού που ευδοκεί ελευθερία
γιατί ο θάνατος φθάνει κι εσυ τον νιώθεις
πώς σαλεύει τα αόρατα χέρια του,
πώς αρπάζει και ζητά, πώς δαγκώνει
κι εσύ τον κοιτάς, τον ακούς ακίνητη, με καταφρόνια,
ντύνεις το θάνατο με πέτρινες φορεσιές,
τον ντύνεις πολιτεία, τον μεταμορφώνεις
δίνοντας του το πολλαπλό σου πρόσωπο,
ντύνοντάς  τον εκκλησία, πλατεία και κοιμητήρι,
κάνοντάς τον να μένει ακίνητος κάτω απ΄το ποτάμι,
κάνοντάς τον να νιώθει χιλιόχρονο γεφύρι,
πλάθοντάς τον σε πέτρα, πλάθοντάς  τον σε νύχτα,
πλάθοντάς  τον πόλη ερωτευμένη, με καταφρόνια,
τον νικάς, τον λυγίζεις,
σαν σκυλί βαλσαμωμένο να΄ταν,
ή το μπαστούνι πεθαμένου,
ή οι νεκρές απο πεθαμένο λέξεις.


Εγώ σ΄αγαπώ, πολιτεία,
γιατί ο θάνατος ποτέ δε σε αφήνει,
γιατί το σκυλί του θανάτου σ΄ ακολουθεί
κι αφήνεσαι το σώμα σου να γλείφει,
γιατί ειν΄ο θάνατος που το όνειρό σου φτιάχνει,
βάζει με το νού σου στα σπλάχνα του τη νύχτα,
τη χλαλοή κάνει σιωπή καθώς τον ύπνο σου παριστάνει,
κι εσύ στα σπλάχνα σου τον βλέπεις να μεστώνει,
να διαβαίνει τους κήπους σου με μάτια βαμμένα παπαρούνες,
με το φιλήδονο στόμα του, το άστρινο φως στα χείλη,
τον ακούς πώς ροκανίζει και πώς γλείφει,
πώς σου αρπάζει ένα παιδί,
σου αρπάζει έναν ανθό, έναν κήπο σου χερσώνει,
και σε χτυπά στα μάτια και τον κοιτάς,
το αδιάφορο χαμόγελο  ανασύρεις,
αφήνοντάς τον να  ονειρεύεται τις κτήσεις του,
να ονειρεύεται το όνομα και τη μοίρα σου.
Αλλά είσαι συ, πολιτεία, θωριά του κόσμου,
Εσύ που κάνεις το θάνατο να υπάρχει
Ο θάνατος είναι στα χέρια σου δεσμώτης,
Είναι τα πέτρινα σπίτια, είν΄οι δρόμοι, ο ουρανός σου.


Εγώ είμ΄ενα ψάρι, του θανάτου ηχώ,
στο σώμα μου ο θάνατος ζυγώνει
προς τα τρυφερά πλάσματα βοώντας,
και τώρα τον νιώθω εντός μου στεριωμένο,
μπρός στα μάτια σου, μπρος στη λήθη σου, πολιτεία, πεθαίνω,
μεταβάλλομαι ακατάλυτα σε ιχθύ,
μόνος μένω με την ψυχή μου,
νιώθω πως ο θάνατος κατάματα με βλέπει,
πώς έχει ξεκινήση παράξενο ταξίδι στην ψυχή μου,
πώς κατοικεί την πιο βουβή μου ενδημία,
ενω αναπαύεσαι, πολιτεία, ενώ ξεχνάς.


Δε θέλω να πεθάνω, πολιτεία, εγώ είμαι η σκιά σου,
εγώ αυτός που αγρικά του ύπνου σου τα χνάρια,
που  κομίζει  στις  πύλες σου  το  φως ,
που ξενυχτά τον ύπνο σου, που σε ξυπνάει,
εγώ είμ΄ενα ψάρι, ήμουν παιδί και σύννεφο,
στους δρόμους σου, πολιτεία, υπήρξα γεράνι,
κάτω από κάποιον ουρανό γλυκιά βροχή υπήρξα,
μετά το αγνό χιόνι, μαλλί στιλπνό,χαμόγελο γυναίκας,
καπέλο, φρούτο, πάταγος, σιωπή,
η αυγή, το ζοφερό, το αδύνατο,
ο καρπός που ωριμάζει, η λάμψη ενός σπαθιού,
εγώ είμ΄ένα ψάρι, άγγελος ήμουν,
ουρανός, παράδεισος, κλίμακα, φασαρία,
το ψαλτήριο, το φλάουτο, η κιθάρα,
η σάρκα, η ελπίδα, ο σκελετός,
το τύμπανο κι ο τάφος.



Εγώ σ΄αγαπώ, πολιτεία,

όταν σφριγείς,

όταν ο θάνατος πρέπει καθιστός

σαν γίγας μέθυσος να σ΄ατενίσει,

γιατί αδιάκοπα μοχθώντας μεγαλύνεις

όσα με τα μάτια σου αφανίζεις,

γιατί αιώνιο κάνεις το νεκρό παιδί,

αχολογάς σαν ένα αηδόνι ξεψυχήσει,

κι είσαι πάντα, πολιτεία, προσηλωμένη,

δημιουργώντας το αέναό σου ομοίωμα,

περιφρονώντας το θάνατο,

κόβοντάς του την ανάσα με το γέλιο σου,

καθηλώνοντας τον με τη πλάτη σ΄εναν τοίχο,

επινοώντας τη θάλασσα, τους ουρανούς, τους ήχους,

παραβάλλοντας στο θάνατο το σκαρί σου

του άψαυστου ιστού και της ελπίδας.

Θα ΄θελα αύριο στους δρόμους σου να είμαι

μια οποιαδήποτε σκιά, αντικείμενο, ενα άστρο,

να πλεύσω το σκληρό σου φλοιό μακριά απ΄τη θάλασσα,

μακριά απ΄το κάτοπτρό της με τα ψυχορραγούντα,

όπου τίποτα δε θυμίζει την ύπαρξή σου,

και να χαθώ εντός σου, πόλη πεφιλημένη,

στα χέρια σου τ΄απάγκιο μου να βρώ,

αιώνιος ιχθύς, μάτια αιώνια,

νιώθοντάς σε να περνάς απ΄τη ματιά μου

και με μία μέρα να χαθώ, σε σύννεφο να αναλυθώ και κλάμα,

αγναντεύοντας, πολιτεία, απ΄το μοναδικό και ταπεινό ουρανό σου

τη γιγαντόκορμη σκιά σου να πασχίζει,

στον ύπνο και στην αγρύπνια,

το φθινόπωρο, το χειμώνα,

καταμεσής στην πράσινη άνοιξη,

το ανέσπερο αποκαλόκαιρο,

στην εύηχη πατρίδα των καρπών,

στα φώτα του ήλιου, στις ταξιδιάρικες σκιές των τοίχων,

άοκνη να πασχίζει ενάντια στο θάνατο,

νικώντας τον, πολιτεία, ξαναζώντας, πολιτεία, κάθε στιγμή

στα χρυσόψαρα σου,στα παιδιά σου, στα άστρα σου.
                                                                                                                                μτφ : Ελένη Χαρατσή












                                                  http://www.mikri-arktos.gr/ekdoseis/book007/

                                                       http://www.archivocubano.org/rufino_02.html