Σάββατο, 27 Αυγούστου 2011

ΗΛΙΑΣ ΛΆΓΙΟΣ








                              O ΤΕΛΙΚΟΣ ΚΥΚΛΟΣ

...................



IV
Γιατί λησμόνησα ν δοξολογ ντός μου τν πολυεύσπλαγχνο
Θεό,
ν ρθρώνω (τουλάχιστον ατ) τ κάθε χάραμα τν καλημέρα,
ν΄πολαμβάνω τν πρωιν καφέ, τν πρώτη τζούρα το τσιγάρου,
ν τιμ τ φροντίδα τν φίλων μου, τς δελφς μου τν γάπη,
λένη, πς ν μ καλοδεχθες;

Γιατί δν μπόρεσα ν ννοήσω πς  ρκτικ δασεία σου
εναι παρένθεση πο ξανοίγει σ τοπίο ξόχως μαγικό, μυρτι
παράκλησης,
στν ροδώνα τς μ ατιότητας, στν τυπη σύναξη τν προλέξεων,
κε πο  σκιος  φαιρν μεταμορφώνεται στ πι σγουρ
καλάμι,
που καμαρώνεσαι περθετ κι νάλλαγη,
πς ν σο συλλαβίσω τ μορφή μου;

Γιατί δν ζυγιάστηκα στ κέντρο το νόματός σου,
ν δ τ ψιλον στέρεα ν΄κουμπ στν λαμβδα κα στ ν,
γιατί  ματιά μου δν εθυγραμμίστηκε μ τν κορμοστασιά σου,
γιατί το πρώτου γράμματος δν γγιξα τ φέστιον ρεβος,
μήτε τ τα τ κατάληπτον,
λανάη λον λενς νελένη λένελον,
πς τ δικό σου πς; ν καταλάβω;
Γιατί δν ρμησα παράφορος, ξυπόλητος, γυμνός, στς πολιτείας
τος δρόμους,
μ τ΄νομά σου τρόμο κι πειλή, μ τνομά σου χερουβεμ κα
νάρδο,
γιατί δν επα, λένη! ν΄νατιναχτε κάθε κεκυρωμένη σύνταξη,
ν΄νθίσουν στρα το βυθο κα κποι π φεγγάρι,
γι ν στηθε περήφανος σν τ μουνί σου  κόσμος,
πς ν μ συγχωρέσεις, πές μου πς;


V
λένη εναι  τρόπος, ν περιπατες στ γριο δάσος
ν μν φοβσαι τν λύκο, τ΄γκάθια ν μν σ τρυπνε
ν΄κολουθες στ τρέξιμο τ πι γοργ ζαρκάδι, ν τ προφτάνεις
ν τ κοιτς κατάματα, στ μάτια τς λένης

Σταματημένη νύχτα. Κρύο. Τ ψυχιατρεο. ρωτας
ν σβήνει, πως πρέπει ερωνικά, μς στν κανένα στίχο.
Τς αλαλιας πικράτεια. Κι οτε μι πτύχωση
φωτός, καθς γέρνεις τν ντανάκλασή σου κα ρωτς
στ τζάμι, ν θ σο προφέρει στω ναν χο.

 μηχανία. Τ λευκ χαρτ πο κάπως γέμισε
μ΄βέβαιες λέξεις πο δν πείθουν πι κανέναν.
Σν κουρασμένο Ντεσεβ πο το χαλάσανε τ φρένα
 πως γέρικο κορμ πο πλέον τρέμει σε
κάθε ψύχρα σπερινή, καθς σφραγίζει διαβατήριο γι τ ξένα.

Αφνης  λάμψη. Γράφω τ΄νομά σου. λένη.  πρόταση
γεμίζει χρώματα, διαθλάσεις, σκεδασμούς, ντικατοπτρισμ κι
ηδόνι.
Νιώθω καθς  ξοδεμένος παροδίτης πο ζυγώνει
σ κρυφ λίμνη, πο ο χάρτες δν σημειώνουν, κα πρτα
σηκώνοντας μι πέτρα τ ρίχνει μέσα, πως κουμπς μαρο
φτερ στ χιόνι.

λθες χαλάζι μουσικό. Τώρα θ μπ βιαστικ στν κάθε θάλαμο,
ξαλλος τν καθένα απ΄τν σπασμένο του φιάλτη θ ξυπνήσω,
θ τος παρακαλέσω ν συμπροσευχηθομε κι πως ποτ δν
ταξε στν Κροσο
 θηναος, γ γ΄ατος θ προφητέψω θανασία ν μ
μεγάλα μο-
λύβια γράψουνε σ πλάκες σιναΐτικες τι ξαν θ σ΄παντήσω.

λένη , πές μου; Πς ντέχω  παραμόνος τόση αωνιότητα;
Ποι περιεπάτησε λόγυμνη π τν νεφελν, ποι πυροδότησε
Τ σκοτάδια;
Πς κατοικήθηκε μι ζω κομματιασμένη κι δεια
π εφρόσυνο πληθυσμό; Ποι ποκάλυψε τι τα
θεϊκ στίγματα στν παλάμη μου, εν΄τν δοντιν σου τ σ-
μάδια;


VII

Μάτια ξις πο στ κρυφ πουράνια νάψανε
γ μονάχα γι ν τ φιλήσω.
χείλη δροσις πο παραμίλησαν, τραγούδησαν κα πάψανε
τν λόγο, στν κέραια λέξη ν τ κλείσω.

Πλάτη, σν τόξο πο θανάσιμο τανύζεται,
φαρμακωμένο βέλος πο πάνω του συρα τ γλώσσα.
μπράτσα γυμνά, πο σν καμάρες τ κτιστο γεφύρι κτίζετε,
γι το παραμυθιο τ λίγα κα τ τόσα.

Χάνι, πο κουρασμένος στρατοκόπος ψωσα,
ν πι στ στήθη σου, χάλκινες κοπες, καμπανίτη.
κι   κοιλιά! Πο γλύπτης ταπεινός το πρόπλασμά της γύψωσα,
γι ν τ στήσω γαλμα χρυσελεφάντινο, στ δειανό μου σπίτι.

Πλέγμα φηβαο, μέταξα, φτερό, βελοδο πο πολιόρκησα
λη τ νύχτα τν νυχτν, κι ταν χαμένη  μάχη.
λάδι το σώματος, πο φώτιζες λαμπρ κα σ΄ρκισα
παντοτιν γι μς ν κας – κα μείναμε μονάχοι.

Μηρν καστέλια, πο γ΄ατ χίλιους ρηγάδες πάλεψα κα νί-
κησα,
ν τ χορτάσω, μι στιγμ ν΄ναι καταδικά μου.
σάρκα τς γάμπας, πο γι χάρη σου τ σάρκα μου δίκησα,
σφυρά, που΄στε τ νικηφόρα στέφανα το γάμου.

κα τν ποδιν σου ο φάλαγγες, ο νθρωποβόρες σάρισες,
που βαπτιστκαν στ πηχτό, ληγμένο μου αμα.
κι ,τι έναο πουλί μο ταξες κα πρόσκαιρο μοῦ χάρισες-
ν τελειωθε μέσα στο λιγοστο χαδιο τ ψέμα.







  http://www.ikarosbooks.gr/publication-details.asp?book=418&filter=specificAuthor&author=147