Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2012

ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΑΚΡΙΔΑΚΗΣ - 2 Κείμενα








Η επανάσταση σήμερα. Γιάννης Μακριδάκης



Κατά τον αείμνηστο Βασίλη Ραφαηλίδη (και σε ελεύθερη απόδοση), Επανάσταση σημαίνει το ξαναστήσιμο σε άλλη βάση μιας κατάστασης που έχει ξεφύγει, που έχει πάρει άσχημο δρόμο, που έχει υποτροπιάσει. Στην πορεία της ανθρωπότητας έγιναν πολλές βίαιες και αιματηρές επαναστάσεις, οι οποίες σε μικρό ή μεγάλο βαθμό πέτυχαν να ξαναστήσουν τα πράγματα στην επιθυμητή βάση τους αλλά, όπως ιδίως αντιλαμβανόμαστε σήμερα, το ξαναστήσιμο αυτό ήταν πάντα πρόσκαιρο, με διάρκεια λίγων ετών ή πολλών δεκαετιών.

Διότι, όσο αίμα και βία χρειάστηκε για να επαναστηθούν ανά τους αιώνες τόσες φορές τα πράγματα, τόσο ανώδυνα, υπόγεια και ανεπαίσθητα με το πέρασμα των χρόνων διολίσθαιναν ξανά, με αποτέλεσμα να φτάσουμε τελικά στο σήμερα και να βλέπουμε το μεγαλύτερο ποσοστό των κατοίκων της γης να υποφέρει, να εξουσιάζεται από μια ισχνή μειονότητα των επωνομαζόμενων αγορών. Να βλέπουμε μια ανθρωπότητα που ζει, παρόλο τον εκσυγχρονισμό του βίου και την άνοδο του πολιτιστικού και βιοτικού επιπέδου στον "ανεπτυγμένο" κόσμο, σε καθεστώς ανασφάλειας, ανέχειας ή εξαθλίωσης.

Με λίγα λόγια, ως τώρα, κάθε αλλαγή προς το συμφέρον των πολλών απαίτησε αίμα πολύ, ενώ κάθε αλλαγή προς το συμφέρον των τραγικά ολίγων έγινε λάου λάου, με μεθόδους υπόγειες, μελετημένες σε βάθος, φαινομενικά αναίμακτες, μεθόδους αποβλάκωσης και αλλοτρίωσης κυρίως.

Η Ελλάδα είναι πολύ χαρακτηριστικό δείγμα αυτής της πορείας της ανθρωπότητας, κυρίως κατά το σκέλος της "ανεπαίσθητης διολίσθησης"

Από μια χώρα με κατοίκους τραχείς, ψυχωμένους, αυτάρκεις, πλούσιους δίχως χρήματα, ανθρώπους που κέρδιζαν τον βίο τους δύσκολα μεν, κατέχοντας γη και ύδωρ δε, μεταμορφώθηκε μέσα σε λίγες δεκαετίες σε μια χώρα με κατοίκους που από άνθρωποι μεταλλάχθηκαν σε αριθμούς, σε πλαδαρά ομοιώματα, άφησαν την παραγωγή, εγκατέλειψαν τη γη και το ύδωρ που τους έθρεφαν και συνωνιστιζόμενοι σε αστικά κέντρα άρχισαν να ζουν "πολιτισμένα", ασχολούμενοι όχι πια με τις πρωτογενείς εργασίες διαβίωσης αλλά με δευτερογενείς και τριτογενείς κλάδους της λεγόμενης οικονομίας.

Άφησαν δηλαδή τα πρωτεύοντα, τα απαραίτητα, και έδωσαν βάση στα δεύτερα και τα τρίτα υποκύπτοντας στα καλέσματα των σειρήνων της νέας τάξης, οι οποίες τραγουδούσαν θελκτικά για να μαζέψουν γρανάζια υπόδουλα στο μεγάλο τους κόλπο. Κι οι Έλληνες, που πριν μερικά χρόνια αποθήκευαν σοδειές και σπόρους στα κελάρια τους, βρέθηκαν λίγο λίγο να αποταμιεύουν χαρτονομίσματα.

Οι άνθρωποι που μέχρι πριν μερικές δεκαετίες ζούσαν δύσκολα μεν ελεύθεροι δε, μεταλλάχθηκαν σε δούλους ενός εντελώς πλασματικού σύμπαντος, μέσα στο οποίο για να τραφούν έπρεπε να προσμένουν τον μισθό στο τέλος του κάθε μήνα. Το "βολικόν" του βίου, η άνευ μόχθου διαβίωση, τους δελέασε και τους εξαπάτησε πλήρως. Λησμόνησαν αμέσως ως και τον βασικό φυσικό νόμο που έμαθαν στα σχολεία και δεν είναι άλλος από την αρχή διατήρησης της ενέργειας. Της κάθε ενέργειας.

Δεν σκέφτηκαν ότι είναι αδύνατον να κερδίζουν πλέον βίον άμοχθο και βολικό και παράλληλα να μην χάνουν τίποτε. Και βρέθηκαν να χάνουν καθημερινά τα πάντα, να οδηγούνται αργά αλλά σταθερά σε αδιέξοδο. Το βασικότερο που έχασαν ήταν η υγεία τους. Σωματική και ψυχική. Γέμισαν οι παραλιακές λεωφόροι και τα γυμναστήρια βαδιστές, οι οποίοι άρχισαν να εξασκούν την καρδιά που είχε μείνει ατροφική και δυσλειτουργική λόγω του ότι κατάφεραν να κερδίζουν τον βίο τους ξεκούραστα. Γέμισαν τα νοσοκομεία φορείς χοληστερίνης και τα κέντρα αδυνατίσματος σάκους λίπους.

Γέμισαν και τα γραφεία των ψυχολόγων, ψυχοθεραπευτών, ψυχιάτρων και ψυχοσυμβούλων (ειδικότητες που πριν τη δεκαετία του 80 ακούγονταν στην Ελλάδα ως "αμερικανιές"), λόγω του ότι το ανικανοποίητο αίσθημα βρήκε χώρο και όρμησε στην άδεια από πρωτογενείς εμπειρίες ζωή τους.Γέμισαν τα ινστιτούτα γιόγκας και τα άσραμ από ανθρώπους που άρχισαν να την ψυλλιάζονται αλλά μη μπορώντας και μη γνωρίζοντας πλέον τι να πράξουν, έπιασαν να ψάχνουν εναλλακτικούς τρόπους ζωής οι οποίοι να έχουν κάτι από την παρελθούσα ζωή αυτών ή των προγόνων τους.

Από άνθρωποι ελεύθεροι, λεβέντες-ισσες και γερά σκαριά οι Έλληνες μεταλλάχθηκαν σε νοικιασμένα στις επιχειρήσεις αναλώσιμα άτομα, σε γρανάζια κυκλοφορίας χρήματος, σε μηχανές που φουλλάριζαν στο τέλος κάθε μήνα για να ταϊζουν με το μεδούλι τους τη νέα τάξη πραγμάτων.

Κι ύστερα ήρθαν τα δάνεια. Συνηθισμένοι στην ευκολία της "καλοζωίας" και με σταθερό εισόδημα πλέον, μπήκαν στο δέλεαρ του παραπανίσιου. Την ίδια στιγμή που ο καθένας προσωπικά μεριμνούσε τι θα κληροδοτήσει στα τέκνα του, όλοι μαζί υπονόμευαν το μέλλον όλων μαζί των τέκνων τους, δανειζόμενοι λεφτά από τις ζωές τους.

Δεν κράτησε πολύ, ως ήταν φυσικό, αυτή η προτελευταία περίοδος του δανεισμού. Είχανε σχέδιο οι δανειστές, άνθρωποι γαρ κι αυτοί. Κι ήρθανε φουριόζοι να θέσουνε την τελική φάση. Να πάρουνε πίσω τα λεφτά. Αυτά που δώσανε συν την τοκογλυφία. Κι άρχισε έτσι το ξεζούμισμα. Χαράτσια και φόροι για να παρθούν αυτά που ακόμη υπάρχουν. Κι ύστερα ξεπούλημα της χώρας, της γης, δημόσιας και ιδιωτικής, των φυσικών πόρων, του ορυκτού πλούτου για να καλυφθούν οι τόκοι.

Αν συνεχίσουμε έτσι, οι μελλοντικές γενιές δεν θα διαφεντεύουν τίποτε σε αυτόν τον τόπο. Πρέπει να επαναστήσουμε την κατάσταση στην πρότερη μορφή της. Κι όπως είδαμε, με βία και με αίμα δεν γίνεται πλέον διότι από τη μια ο φασισμός της νέας τάξης είναι άνευ προηγουμένου, από την άλλη πάλι δεν μπορεί να επαναστατήσει βίαια ένας άνθρωπος νοικιασμένος επί χρόνια, βολεμένος στην πλασματική του πραγματικότητα, μεταλλαγμένος σε αριθμό μιας διεύθυνσης διαμερίσματος ή ενός αριθμού φορολογικού μητρώου.

Ούτε βέβαια ο εξαθλιωμένος μπορεί να σαλπίσει την επανάσταση παρά μόνο το πλιάτσικο. Όσες προσπάθειες βίαιης ανατροπής γίνανε τα τελευταία χρόνια απέτυχαν να φτάσουν ως το τέλος. Η φλόγα της νέας γενιάς τις άναψε αλλά η φωτιά βρήκε μετά χέρσο χωράφι κι έσβησε. Καταπνίγηκαν οι εξεγέρσεις σε λίγες ώρες ή έστω σε δυο τρεις μέρες.

Και τι να κάνουμε λοιπόν; Μα τη σιωπηρή επανάσταση μέσα μας. Την προσωπική μας αλλαγή. Την προσπάθεια κατάκτησης της ισορροπίας. Την επαναμετάλλαξή μας από άτομα σε ανθρώπους. Σε ανθρώπους πιο ελεύθερους από τα δεσμά του πλαστού συστήματος που μας πλασάρει ευζωία και κρίση ανάλογα με τα συμφέροντά του. Να επαναστήσουμε την κατάσταση εξαρχής, να ξαναγυρίσουμε στην παραγωγή χρησιμοποιώντας προς όφελός μας όλα τα επιτεύγματα και τις εξελιγμένες μεθόδους της σύγχρονης ζωής μας. Να γυρίσουμε το κεφάλι λίγο πίσω για να πάρουμε ιδέες, μεθόδους, γνώσεις και υλικά τα οποία θα εξελίξουμε εκμεταλλευόμενοι τις σύγχρονες κατακτήσεις μας για να οδηγηθούμε στην ισορροπία. Ας το κάνουμε όσο είναι καιρός ακόμη.

Είναι απελπιστικά αργά αλλά η κατάσταση ακόμη δεν είναι μη αναστρέψιμη. Αρκεί να κατανοήσουμε επιτέλους ότι η ανάπτυξη με την οποία μας φλομώνουν τόσα χρόνια, από μόνη της είναι ένα τεράστιο ψέμα. Να πάρουμε χαμπάρι ότι όσα επιτεύγματα κατακτήσαμε, τόσα πρωτογενή υλικά και γνώσεις αφήσαμε ελαφρά τη καρδία να χαθούν. Και χάνονται ακόμη.

Να πάρουμε επιτέλους πρέφα τα απλούστατα. Π.χ. ότι δίχως τις μέλισσες και τους σπόρους δεν ζει ο άνθρωπος όσα πολυσύνθετα και δύσκολα κι αν έχει κατακτήσει με τις επιστήμες και την τεχνολογία. Να δούμε μπροστά μας το ηλίου φαεινότερο: Ότι η ζωή είναι απλή, μία κι όμορφη. Κι η ευζωία δεν είναι προνόμιο που κατακτάται μοναχά με την "ανάπτυξή" που τόσα χρόνια μάς προτείνουν.

Υ.Γ
Την ώρα που μόλις είχα τελειώσει αυτό το κείμενο και πριν ακόμη το αποστείλω, βγήκε σε κεντρικό δελτίο ειδήσεων ο Δήμαρχος Λέσβου και είπε για το έργο διάνοιξης του δρόμου Καλλονής - Σιγρίου, το οποίο κινδυνεύει να χαθεί λόγω της αποχής των μηχανικών, ότι είναι το σημαντικότερο έργο ζωής για το νησί. Και φαίνεται λογικό σε όλων μας τα αυτιά αυτό το επιχείρημα των 43 εκ. ευρώ. Ότι το πάλαι ποτέ περήφανο και αυτάρκες νησί της Λέσβου ζούσε και εξήγαγε κιόλας τόσα προϊόντα, δεν το σκέφτεται πια κανείς. Αυτή είναι η κατάντια της σύγχρονης Ελλάδας, της προσηλωμένης μονομερώς στην "ανάπτυξη".









02:02, 02 Φεβ 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/83729

Δέκα γενιές μαστόροι πίσω μου κι εγώ γίνηκα καλαμαράς. Ούτε καν καλαμαράς, κουμπιά πατούσα όλη μέρα. Φύγε από τη γη, από τη φτώχεια, να πας να γίνεις καπετάνιος, έλεγε ο συχωρεμένος ο παππούς μου στον γιο του, τον πατέρα μου, σήκω φύγε από το χωριό, να μπαρκάρεις, να βγάλεις χρήμα μπόλικο, να κάμεις κι ένα σπίτι καλό στην πολιτεία, να μη φας τη ζωή σου απάνω στα βουνά όπως εγώ, βλέπεις τι τραβώ για να σας θρέψω.
Και πήγε κι έγινε καπετάνιος. Και έβγαλε όλη τη ζωή του μες στη θάλασσα, 
μα έκαμε σπίτι καλό και είχε άνεση οικονομική, έκαμε και παιδιά, και όχι μόνο τα ‘θρεψε μα τους κουβαλούσε κι όλα τα καλά, τα πιο σύγχρονα επιτεύγματα της τεχνολογίας. Ιδίως σαν ξεμπαρκάριζε από Ιαπωνία ή Σιγκαπούρη.
Να πας να σπουδάσεις, μου λεγε εμένα, να γίνεις άνθρωπος, να μην καταντήσεις σαν κι εμένα,
 μακριά από τη θάλασσα, μακριά, να μάθεις μια επιστήμη και να ‘χεις δουλειά στεριανή καλή, να βλέπεις τη γυναίκα σου και τα παιδιά σου κάθε μέρα, όχι όπως εγώ, μία φορά στον χρόνο, έτσι μου λεγε. Και πήγα κι εγώ και σπούδασα. Έγινα προγραμματιστής ηλεκτρονικών υπολογιστών. ΚΙ έπιασα ύστερα δουλειά σε εταιρία μεγάλη.
Μακριά από τη γη ο ένας, μακριά από τη θάλασσα ο άλλος, να η κατάντια μου.

Δεν το είχα καταλάβει διόλου στο ξεκίνημα, αλλιώς μού είχανε περάσει τη ζωή μες στον σκληρό μου δίσκο βλέπεις. Μα ύστερα από δυο χρόνια δουλειάς, με καλές αποδοχές δε λέω, αλλά νύχτα με νύχτα στο γραφείο μπροστά στην οθόνη, απόκαμα. Τα ‘βαλα κάτω ένα βράδυ. Σκλάβος ένιωθα.
Νοικιασμένος στην επιχείρηση, με άδεια ένα μήνα κάθε χρόνο σαν φυλακισμένος.
 Δίχως να έχω χρόνο προσωπικό για να ασκώ ούτε την τέχνη μου τη ζωγραφική που μ’ άρεσε από μικρό παιδί κι όταν έλεγα πως θα γίνω ζωγράφος άστραφτε και βροντούσε ο πατέρας και μου λεγε πως θα πεθάνω στην ψάθα σαν όλους τους. Και πως να παντρευτείς και να κάνεις παιδιά, σκέφτηκα, να τα βλέπεις πότε; Τη νύχτα που θα κοιμούνται;
Έκατσα λοιπόν τότε, στα εικοσιεφτά μου χρόνια, το θυμάμαι σαν τώρα που ‘μαι σαράντα,
 και το λογάριασα το πράγμα σαν μορφωμένος και γραμματιζούμενος που είχα γίνει πια. Και κατέληξα πως όσα και να βγάζω κάθε μήνα, το βιολί αυτό δεν με συμφέρει. Δεν συμφέρει γενικώς. Ποιος και με πόσα θα μου ξεπληρώσει εμένα τη ζωή που δεν ζω επειδή νοίκιασα το τομάρι μου, έστω και με όρους ευνοϊκούς, για να βγάζω λεφτά;
Λεφτά που είμαι αναγκασμένος να τα δίνω πίσω από κει που τα πήρα, έτσι ώστε να αγοράζω 
την τροφή, τη διασκέδαση και τη ζωή μου όλη; Ποιος θα μου ξεπληρώσει τη χαμένη μου ελευθερία, τον πρωινό μου ύπνο που πάει χαράμι, τις νύχτες μου που σέρνομαι και δεν είμαι εις θέση ούτε να μιλήσω σε άνθρωπο μονάχα αποβλακώνομαι με τις ώρες μπροστά στην τηλεόραση και βλέπω διαφημίσεις, τις ώρες της μιας και μοναδικής ζωής μου που περνάνε μπρος σε μια οθόνη υπολογιστή;
Να πάω να νοικιαστώ αλλού, σκέφτηκα στην αρχή άτολμα. Με λιγότερη δουλειά και λιγότερες αποδοχές.
Πάλι δεν με συμφέρει διότι θα χάσω κι αυτά που έμαθα να έχω, και πάλι δέσμιος θα μαι. Να μπω στο δημόσιο, ψέλλισα κατόπιν. Είναι κι αυτό μια πρόταση. Μόνιμος ο εκμισθωτής μου, δίχως πολλές πολλές απαιτήσεις και με νοίκι σταθερό βρέξει χιονίσει. Μα γιατί; Υπάρχει κάνας λόγος; Αφού όσα και να με πληρώνουν, εγώ τους τα επιστρέφω, είτε για τις ανάγκες μου είτε για τις επιθυμίες, που τις πιο πολλές από αυτές μού τις δημιουργούν οι ίδιοι για να μου τα πάρουν πίσω.
Κατέληξα λοιπόν πως δεν συμφέρει να δουλεύεις για να ζήσεις. Δεν συμφέρει καθόλου. Είναι η πιο οφθαλμοφανώς ασύμφορη συμφωνία την οποίαν όμως, παραδόξως, συνάπτουν με περισσή ευκολία στην ζωή τους οι άνθρωποι γύρω μου διότι έτσι τους μάθανε οι μεγαλύτεροί τους, αυτά τους περάσανε μες στον σκληρό τους δίσκο ως βασικά δεδομένα. Κι ύστερα γκρινιάζουν και περνούν μια ζωή μίζερη ακόμα κι αν, λένε, πως τους αρέσει και τους γεμίζει η δουλειά που κάνουνε. Βαυκαλίζονται κι εγώ τους θεωρούσα ευτυχείς όσους, λίγους, τέτοιους γνώριζα. Το πήρα χαμπάρι κι αυτό κατόπιν. Σαν τα παράτησα όλα.
Σαν πήγα στον προϊστάμενο και παραιτήθηκα, μάζεψα ένα πρωί τα υπάρχοντά μου κι έφυγα, γύρισα πίσω δυο γενιές, να ξαναζήσω στο παλιό κι ερειπωμένο σχεδόν σπίτι του παππού μου στο χωριό. Όλοι μου λέγανε τότε πως είμαι τυχερός που έφυγα από την πόλη. Μα που την είδανε την τύχη; Αφού κάθισα και σκέφτηκα. Τα πήρα από την αρχή και είδα πως το σύστημά μου είχε κολλήσει και πήγαινε ντουγρού προς το αδιέξοδο.
Το πήρα απόφαση κι έκανα ένα μεγαλοπρεπές φορμάτ.
Ξέρω από υπολογιστές, ευτυχώς. Κράτησα ό,τι πληροφορία θα μπορούσε να μου φανεί χρήσιμη απ’ όσες είχα αποθηκεύσει στον σκληρό μου μέχρι εκείνη τη στιγμή, πάτησα το κουμπί κι εξαφάνισα το σύστημα που με είχε γαλουχήσει. Ύστερα εγκατέστησα ένα καινούριο. Δηλαδή το παλαιότερο, εκείνο που είχε ο παππούς μου, αλλά με βελτιώσεις σύγχρονες. Και βρήκα την υγειά μου.
Μονάχα ο πατέρας μου πήγε να σκάσει. Είδα κι έπαθα να σε σπουδάσω, 
να πας μπροστά στη ζωή σου κι εσύ τα παρατάς όλα και γυρίζεις πίσω; Αντί να προοδεύεις γίνεσαι οπισθοδρομικός; Τι θα πει ο κόσμος; Μάλλον αυτό τον ένοιαξε περισσότερο.
Εγώ όμως δεν άκουγα τίποτα απ’ αυτά. Εϊχα κάνει πλέον το φορμάτ και όσα έλεγε δεν μου ήταν πληροφορίες αναγνωρίσιμες πια. Κι έφυγα.
Πήγα και βρήκα την υγειά μου και τη λευτεριά μου. 
Βρήκα και τους σπόρους που φύτευε στους κήπους ο παππούς και τους φύλαγε μέσα σ’ ένα ντουλάπι ξύλινο στον βορινό τοίχο.
Κι απελευθερώθηκα από τη νοικιασμένη εργασία, άρχισα να ζω παράλληλα με την οργανωμένη κοινωνία, σαν πουλί, σαν Κότσυφας, σε ένα άλλο σύμπαν, πιο αληθινό, που έχει ελάχιστα σημεία τομής με το προηγούμενο που ζούσα ως άτομο.
Δεν περιμένω πια να μου δώσουνε χαρτιά κάθε τέλος του μήνα για να πάω να τα κάνω τρόφιμα, ποτά και θεάματα. Έχω τα πάντα. Το τραπέζι μου χειμώνα καλοκαίρι γεμάτο, το κελάρι φίσκα, τα θεάματα και τα ακούσματα κάθε μέρα σ’ όλη την πλάση γύρω μου μοναδικά κι ανεπανάληπτα. Άσε που, από τότε που επέστρεψα, ξεκίνησα και να ζωγραφίζω. Λευτερώθηκε η ψυχή μου, βρήκε τον δρόμο της. Και κατεβαίνω μια φορά στο τόσο στην πόλη και τα κάνω έκθεση τα έργα μου. Βγάζω ένα χαρτζιλίκι απ’ αυτά για να πληρώνω όσα, ελάχιστα πια, με συνδέουνε ακόμα με τον “πολιτισμό”.

Και ξαφνικά τσουπ, δεκατόσα χρόνια μετά, να η οικονομική κρίση. Τώρα την είδες ρε πατέρα; Το αδιέξοδο που με τάιζες τόσα χρόνια και μάλιστα με το ιδρώτα σου μέσα στους σκυλοπνίχτες που μπαρκάριζες, δεν το είχες πάρει χαμπάρι ποτέ;
Τώρα μου λένε, κι ο πατέρας μου μαζί με όλους, πως έκανα την πιο καλή κίνηση τότε που έφυγα κι επέστρεψα στη γη. Και πως είμαι πολύ τυχερός που το είδα και πιο πολύ που το τόλμησα. Μα πάλι τυχερός; Πάλι στην τύχη τα ρίχνουνε όλα; Γι αυτό ίσως κάθονται ατάραχοι και βλέπουνε την καταστροφή να έρχεται.
Δεν μπορώ να το πιστέψω αυτό το κακό που συμβαίνει στους ανθρώπους. Ένα φορμάτ είναι ρε παιδιά, μονάχα ένα φορμάτ.




Κότσυφας
πρώην προγραμματιστής η/υ

Για την αντιγραφή