Πέμπτη, 24 Μαΐου 2012

Παραλλαγὲς πάνω σὲ μιὰν ἀχτίδα --- ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ














Κόκκινο

Τὸ στόμα ποὺ εἶναι δαίμονας μιλιά κρατήρας
Φαΐ τῆς παπαρούνας αἷμα τοῦ καημοῦ
Ποὺ εἶναι μεγάλο κίμινο τῆς Ἄνοιξης
Τὸ στόμα σου μιλάει μὲ τετρακόσια ρόδα
Δέρνει τὰ δέντρα λιγώνει ὅλη τὴ γῆ
Χύνει μὲς στὸ κορμί τὴν πρώτη ἀνατριχίλα!

Σπουδαία τοῦ δάχτυλου εὐωδιά τὸ πάθος μου πληθαίνει
Τὸ μάτι μου ἀνοιχτό πονάει στ' ἀγκάθια
Δέν εἶναι βρύση ποὺ ποθεῖ τῶν δυό στηθιῶν τὰ ὀρνίθια
Ὅσο τὸ βούισμα τῆς σφήκας στοὺς γυμνούς γοφούς!

Δῶστε μου τὴν οὐλή τοῦ ἀμάραντου τὰ μάγια
Τῆς κλώστρας κοπελλιᾶς
Τὸ ἀντίο, τὸ ἔρχομαι, τὸ θὰ σοῦ δώσω
Σπηλιές ὑγείας θὰ τὸ πιοῦνε στὴν ὑγεία τοῦ ἥλιου
κόσμος θά 'ναι χαμός τὸ διπλό ταξίδι
Ἐδῶ στου ἀνέμου τὸ σεντόνι ἐκεῖ στου ἀπείρου τὴ θωριά!

Βίτσα τουλίπα μάγουλο τῆς ἔγνοιας
Σπλάχνο δροσᾶτο τῆς φωτιᾶς
Θὰ ρίξω ἀνάσκελα τὸν Μάη θὰ τὸν σφίξω στὰ μπράτσα μου
Θὰ τὸν δείρω τὸν Μάη θὰ τὸν σπαράξω!





Κίτρινο

Νωρίς κοπέλες ροζακιές ρίξαν βεγγαλικές
Φωνές καὶ χρώματα ἠχερά
Στὸ μακρυνό ξωκκλήσι τοῦ πουνέντε...
Χούγια καὶ ντάν! ξεχύθηκεν ἀπ' τὶς καμπάνες ὁ ἄνεμος
Κι ὅλο τὸ πέλαγο μακριά χούγια καὶ ντάν! χούγια καὶ ντάν!
Βοσκάει μὲ τρελλοκαμπανάκια...

Καὶ πᾶν αὐτές τώρα γυμνές ἀπὸ τὴ μέση ὥς πάνω
Με ἀλάργα ψάθα ρῶγα κρεμεζιά νάζι ἀπὸ στάχυ
Λοξό μὲ πεταλοῦδα στὸ δεξί βυζί τὸ ἀντάρτικο
Τρεῖς τέσσερις δεκάξι ὀγδόντα ἢ ἑκατό
Πᾶν καὶ μαλώνουν τὰ παιδιὰ τῆς γῆς τῆς χορτοαρχόντισσας
Πᾶν καὶ φυσοῦν φοῦρκες φωτιᾶς μὲ σάλπιγγες στ' ἁλώνια
Καῖνε σανό λυώνουν φλουριά θυμιάζουνε μὲ ἀνθόσκονη
Κρόκων τὰ στέρνα τῆς στεριᾶς τόσο ποὺ τρέμει πιά
Μαίνεται ἀπὸ καναρινιές ριπές ὁ αἰθέρας κι ὅλο ἀστράφτει
Βράζει μὲ θειάφι στὸ γιαλό μὲ καλαμιές στὸν κάμπο...

Κορίτσια μή! Μὲ τί καρδιά νὰ ὁρμήσουνε τ' ἀηδόνια!
Μή! Μὲ τί σκίρτημα νεροῦ νὰ βγοῦνε οἱ περγκολιές!
Πῶς νὰ χωρέσῃ ὁ οὐρανός σὲ μιὰ κοχύλα ρόδινη
Κορίτσια πῶς νὰ μαντευτῇ ἀπ' τὰ μάτια σας τὸ φῶς!


Ἡ Πορτοκαλένια
                                                 στὸν Ἀνδρέα Καμπὰ

Τόσο πολύ τὴ μέθυσε ὁ χυμός τοῦ ἥλιου
Που ἔγειρε τὸ κεφάλι της καὶ δέχτηκε νὰ γίνῃ
Σιγά-σιγά ἡ μικρή Πορτοκαλένια!

Ἔτσι καθὼς γλαυκόλαμψαν οἱ ἑφτά οὐρανοί
Ἔτσι καθὼς ἄγγιξαν μιὰ φωτιά τὰ κρύσταλλα
Ἔτσι καθὼς ἀστράψανε χελιδονοουρές
Σάστισαν πάνω οἱ ἄγγελοι καὶ κάτω οἱ κοπελλιές
Σάστισαν πάνω οἱ πελαργοί καὶ κάτω τὰ παγόνια
Κι ὅλα μαζὶ συνάχτηκαν κι ὅλα μαζί τὴν εἶδαν
Κι ὅλα μαζί τὴ φώναξαν Πορτοκαλένια!

Μεθάει τὸ κλῆμα κι ὁ σκορπιός μεθάει ὁ κόσμος ὅλος
Ὅμως τῆς μέρας ἡ κεντιά τὸν πόνο δέν ἀφήνει
Τὴ λέει ὁ νᾶνος ἐρῳδιός μέσα στὰ σκουληκάκια
Τὴ λέει ὁ χτύπος τοῦ νεροῦ μὲς στὶς χρυσοστιγμές
Τὴ λέει κι ἡ δρόσο στοῦ καλοῦ βοριᾶ τὸ ἀπανωχείλι:

Σήκω μικρή μικρή μικρή Πορτοκαλένια!
Ὅπως σὲ ξέρει τὸ φιλί κανένας δέν σὲ ξέρει
Μήτε σὲ ξέρει ὁ γελαστός θεός
Ποὺ μὲ τὸ χέρι του ἀνοιχτό στὴ φλογερή ἀντηλιά
Γυμνή σὲ δείχνει στοὺς τριανταδυό του ανέμους!





Μενεξελὶ

Σὰν φέρετρο ποὺ προχωρεῖ ἐνῷ κρυφά νεκρὸς
Ἀφήνει ἕνα ρυάκι μενεξέδες πίσω του
Κι Ἀττικὴ τοῦ σιγοψιθυρίζει καλησπέρα...

Σὰν κηπουρός ποὺ τυραννιέται σκύβοντας
Μέσα στὰ συρματόσκοινα καὶ τὶς ἑβραίισσες πέτρες
Μὰ δέν ἀκούει τὸ πάθος τῆς νεραντζανθιᾶς

Ὅταν φοράῃ τὸν ἄνεμο καὶ γνέφῃ μὲ χορτάρια
Πέρα στὸ σέλας τῶν πλωτῶν βουνῶν
Κι ἀπὸ τὸ ἂχ τοῦ ἀμπελουργοῦ τρομάζουνε τὰ σύννεφα...

γῆ συνάζει ὁλόγυρα τοὺς γαλαξίες τῶν δέντρων της
Καὶ μὲς στὴ μέση τους γεννάει μιὰ λίμνη μὲ νερά

γῆ ἑτοιμάζει τὰ σεντόνια της:
Ἀμάραντους πιό τρυφερούς κι ἀπὸ κουμπάκια ἀγγέλων
Βολβούς πιό πράους στὸ μέτρημα κι ἀπὸ ἴσκιους τ' οὐρανοῦ.

Λάμπει ψηλά ὁλομόναχο τὸ ἀνεμαλώνι
Μολόχες ντύνονται καὶ πᾶν στοὺς τάφους γιὰ κεριά
Σφυρίζει ἕνα βαπόρι μακρυνό ποὺ χάνεται...

Κι ὅπως μὲ τρεῖς κλωστές καπνοῦ λέει τὸν ἑσπερινό
Ἤρεμη στέγη μὲ τὴν καμινάδα της
Μιὰ νυχτερίδα πιάνεται μὲς στὰ μαλλιά τῆς δύσης...








Paintings  Mark Rothko