Κυριακή, 7 Οκτωβρίου 2012

Παναγιώτης Κουσαθανάς - " ΩΣΕΙ ΧΟΡΤΟΣ "













ΑΠΟ ΤΙΣ "ΛΟΞΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ", ΙΝΔΙΚΤΟΣ 2009


ΩΣΕΙ ΧΟΡΤΟΣ


ΣΠΟΥΔΑΣΑ ΒΟΤΑΝΟΛΟΓΙΑ μια μάλλον άχρηστη στις μέρες μας επιστήμη όχι τόσο επειδή έχουν προ πολλού ανακαλυφθεί όλα τα φυτά αλλά γιατί έχει επικίνδυνα συρρικνωθεί η χλωρίδα του πλανήτη· μαζί με την κοσμική τάξη που νιώθω ότι έχει διασαλευθεί από την Αδικία αφουγκράζομαι και τον εντός μου ρυθμό ξεκούρδιστο. Οι ελπίδες να ανακαλυφθούν άγνωστα είδη είναι σχεδόν μηδαμινές έτσι καμμιά έκπληξη δεν περιμένω από την επιστήμη μου· έζησα δυστυχώς για να δω τον ξεπεσμό της (ο Λινναίος και ο Τουρνεφόρτιος θα θλίβονταν πολύ γι’ αυτό)· παρά την απογοήτευσή μου ωστόσο αποφάσισα τελευταία να νοικοκυρέψω κάποιες φυτολογικές μελέτες μου που οι βιοτικές μέριμνες (και η αναβλητικότητά μου) δεν με είχαν αφήσει να τις ολοκληρώσω και μαραίνονταν κλειδωμένες για χρόνια στα συρτάρια. Για την αποφυγή παρανοήσεων και όχι από δίψα για διάκριση –;τι σημασία άλλωστε θα είχε κάτι τέτοιο στην ηλικία μου;– επισημαίνω ότι δεν ήμουν κανένας τυχαίος επιστήμονας οι συνάδελφοί μου με θεωρούσαν αυθεντία κι ακόμη παραπέμπουν στις δεκάδες των άρθρων μου σεμνύνομαι μάλιστα ότι δυο φυτά της οικογενείας των Λειριιδών που μερικοί εσφαλμένα τα κατατάσσουν στα Χειλανθή είναι δικές μου ανακαλύψεις μιλώ για το Κολχικόν το δειλόν (Colchicum timidum) και το Κολχικόν το Ρήνειον (Colchicum Rhenium)· λεπτομερή περιγραφή τους έχω δημοσιεύσει για τους λατινομαθείς στο έγκριτο ετήσιο περιοδικό Herbarium Insularum Graecarum (τεύχος 30ό 1976 σσ. 201-203) ας επισημάνω όμως εδώ τούτα μόνο παρά τη λεπτή τη μη μου άπτου ομορφιά τους ίσως μάλιστα εξαιτίας αυτής είναι λίαν τoξικά και τα δύο: με το δηλητήριό τους ξέκαμε τα παιδιά της η άπονη αρχαία μάγισσα της Κολχίδας. Οι παραπλανητικοί προσδιορισμοί timidum (εντροπαλόν δειλόν) ίσως και το Rhenium (Ρηνικόν της Ρηνείας) έχουν τεθεί ειρωνικώς και οξυμώρως βέβαια αφού τέτοια καταπότια είναι άφοβα και αποφασιστικά· ας επισημανθεί μάλιστα μάλιστα ότι κατά την ιερογλυφική γραφή της Αιγύπτου «Ρεν» είναι η αντίπερα όχθη όπου η αχαλίνωτη μάνητα της αρχαίας γυναίκας περαίωσε με ασφάλεια τα δυο αθώα πλάσματα.
Έρχονται στιγμές που οι δυσκολίες δαμασμού του υλικού στις ημιτελείς εργασίες μου φαντάζουν ανυπέρβλητες αλλά επιμένω ως εάν να επρόκειτο για ζήτημα ζωής ή θανάτου· τον τελευταίο καιρό θέλω να βεβαιωθώ ότι κάτι ο,τιδήποτε τελοσπάντων ας είναι και το ελάχιστο από τις εκκρεμότητες της ζωής μου βρήκε τη θέση του ξυπνώ και κοιμάμαι λοιπόν παρέα με τη Λατινική δεν θα ήταν υπερβολή αν έλεγα ότι σκέφτομαι σ’ αυτή τη νεκρή γλώσσα το λεξικό η γραμματική και τα συντακτικά φαινόμενά της έγιναν στρώμα και μαξιλάρι μου όπως τότε που ετοίμαζα με νεανικό ενθουσιασμό τη διπλωματική μου εργασία. Τα maritima και τα trifolia τα tuberosa και fistulosa τα somnifera και funebria τα alba και τα nigra καταδυναστεύουν νυχθημερόν το μυαλό μου όχι μόνο στον ξύπνο αλλά και στον ύπνο όπου τα όνειρά μου εκτυλίσσονται κι αυτά λατινιστί μπερδεύοντας τη μέρα με τη νύχτα με τη μέρα επαληθεύοντας για ακόμη μια φορά το «υλικό» από το οποίο είμαστε φτειαγμένοι· είναι σαν να γράφω ένα πολύστιχο ποίημα σε μια νεκρή γλώσσα που κανείς ζωντανός δεν καταλαβαίνει όμως αυτό δεν επηρεάζει καθόλου το γεγονός ότι κάθε λέξη πρέπει να είναι ζυγιασμένη στη θέση της έστω κι αν όπως έχω βάσιμους λόγους να υποψιάζομαι δεν κάνω τίποτε άλλο από το να ονειρεύομαι τη ζωή μου ή να ζω το ίδιο μου το όνειρο. Με λύπη ωστόσο ανακαλύπτω ότι κάποιες λέξεις άσχετες με τις φυτολογικές μου μελέτες αν και μου ήταν κάποτε οικείες ο ρους του βίου τις παρέσυρε και τις έχω λησμονήσει· να τες όμως πάλι ανασύρονται από το «βαθύ σκοτεινό πηγάδι του ύπνου» και ξαναβγαίνουν με αβάσταχτη διαύγεια στην επιφάνεια εμφανίζονται απρόσμενα στις έρημες τις σιωπηλές πλατείες του μυαλού μου σαν τους ανδριάντες του Ντε Κίρικο κατεβαίνουν από τα βάθρα τους σουλατσάρουν κι ύστερα κρύβονται παραμονεύοντας στις γωνίες κρατώντας με ανήσυχο και ξάγρυπνο: senectus impotentia amentia morbidus mors… λέξεις της ασφυξίας και της παράλυσης· σ’ αυτές τις περιπτώσεις αδύνατο να μπει τάξη στη γενική ασυναρτησία που νιώθω να με περιβάλλει στους άτακτους ανδριάντες που ελλοχεύουν έτοιμοι σε κάθε στροφή των δρόμων του μυαλού «–Έχομε και λέμε λοιπόν έχομε και λέμε…» ηχώντας ολόκληρος σαν ξεχαρβαλωμένο όργανο αρχίζω με τα δάχτυλα το μέτρημα ξεκινώντας το νοικοκύρεμα από την αρχή. Το πιο αξιοσημείωτο αυτού του μπερδέματος είναι ότι άρχισα να αναθεωρώ τις διά βίου πεποιθήσεις μου περί ονείρων· ώς τώρα πίστευα ότι τα όνειρα επ’ ουδενί μπορούν να είναι εργαλεία πρόρρησης όπως πολλοί νομίζουν μάλλον σαν κάτοπτρα και ερμηνευτές των παρελθόντων θα έπρεπε να εκλαμβάνονται ανάποδοι καθρέφτες που αρκεί μια κίνηση να τους φέρεις στα ίσα για να ατενίσεις την εικόνα απαραμόρφωτη. Στην προσπάθειά μου να σκεφτώ ψυχραιμότερα κατάλαβα ότι όχι μόνο τα μέλλοντα αλλά ούτε τα παρεληλυθότα μπορούν να εξηγηθούν με τα όνειρα και κατέληξα στο θλιβερό συμπέρασμα ότι τα ονείρατα έχουν τη δική τους παντιέρα· ακόμη κι αν αναφέρονται σε πράγματα που ζήσαμε θα ζήσομε ή τάχα θα ζούσαμε υπενθυμίζουν με γριφώδη για τη λογική μας τρόπο τα παρόντα κάνουν δηλαδή τη μόνη δουλειά για την οποία φαίνεται ότι τάχτηκαν. Πράγματι το ποτάμι της ζωής ο «ρους» παρασέρνει τα πάντα εκτός από το «παρόν» προτού γίνει παρελθόν εκτός δηλαδή από ένα απειροελάχιστο ένα απελπιστικά σύντομο κλάσμα του χρόνου που κι αυτό ανεπαισθήτως μετατρέπεται αιφνιδιαστικά και κεραυνοβόλα σε παρελθόν και χωνεύεται μέσα στο βάρος της αζύγιστης απεραντοσύνης των περασμένων προς ανακούφιση και παραμυθία ευτυχώς λένε μερικοί· για παραμύθιασμα επιμένουν κυνικά κάποιοι άλλοι. Αυτή η διαπίστωση δεν κάνει σοφότερο κανέναν μάς γεμίζει μόνο μελαγχολία και άκρη δεν γίνεται να βγάλει κανείς· η βεβαιότητα πάντως είναι μία: κάθε στιγμή κάθε ώρα κάθε μέρα
μια στιγμή μια ώρα μια μέρα πιο κοντά
πιο κοντά.
Μέσα στο δάσος των λατινικών λέξεων όπου περιδιαβάζω τελευταία υπάρχει κάποια που απροσδόκητα ηγεμονεύει πάνω σε όλες τις άλλες· άγνωστο γιατί με επισκέπτεται αδιαλείπτως κάθε βράδυ σαν αστραπή που εκπορεύεται από την ίδια πάντοτε μεριά του ουρανού επιστρέφει ως πρόλογος σε όλα τα βοτανικά μου ενύπνια και καταλήγει να τα κλείνει ως επιμύθιο ή και συμπέρασμα. Μέχρι πρότινος αν και βοτανολόγος (και μάλιστα «αυθεντία») δεν την ήξερα σαν αυθύπαρκτη λέξη αφού όπως γνωρίζουν οι ειδικοί ο δόκιμος όρος για το αυτοφυές φυτό το βότανο είναι herba· τη χρησιμοποιούσα μόνο ως πρώτο συνθετικό του ονόματος ενός κοινότατου πλην εύοσμου φυτού του μάραθου ή φινόκιο (Foeniculum officinale) που αρταίνει ευχάριστα τα φαγητά μας. Η ηγεμονική αυτή λέξη δεν είναι μεγαλοπρεπής βαρύγδουπη ή μεγαλόστομα επική αλλά ταπεινή σύντομη σαν τη ζωή· ένας στεναγμός ή ένας λυγμός αρκεί για να την ψελλίσεις: Foenum (εκ του αχρήστου θέματος feo<φύω). Επικρέμαται πάνω από την κεφαλή μου ανάποδα σαν νυχτερίδα και το περίεργο είναι ότι παρά τη διακριτική ταπεινότητά της πράττει ό,τι μπορεί για να κάνει αισθητή την παρουσία της μετεωρίζεται με απίστευτες ακροβασίες και στραμπουλήγματα ακκίζεται κι αναπηδά σ’ έναν ανέφελο κατά τα φαινόμενα ουρανό. Την εντόπισα ψάχνοντας στο Λεξικόν Λατινοελληνικόν (Εν Αθήναις 1873) του εκ Βρέμης της Γερμανίας Ερρίκου Ουλερίχου και του διαπρεπούς φιλολόγου Στέφανου Κουμανούδη «Αδριανοπολίτου» παρακαλώ· οι άνθρωποι ήταν κάποτε περήφανοι για την καταγωγή τους. Καταφτάνει πάντοτε μαζί μ’ εκείνη την περίφημη Ηροδότεια λέξη «βεκός» την αρχετυπική και επιούσια που όποια ηχητική μορφή και να πάρει στις γλώσσες των ανθρώπων (βεκός άρτος ψωμί panis pane bread Brot…) δεν παύει να στηρίζει και να συντηρεί τη σάρκα μας όσο ζούμε· τη λέξη που κατά τον γλωσσοτόμο και αμερόληπτο (προς τιμήν του!) κριτή Φαραώ Ψαμμήτιχο δίνει τα πρωτεία της αρχαιότητας όχι στη δική του την αιγυπτιακή αλλά στη φρυγική πρωτογλώσσα. Foenum -i λοιπόν. Παρά την προσπάθειά μου να συσχετίσω τη λέξη με τον αναγεννώμενο από τις στάχτες του Φοίνικα τίποτα πέραν της ηχητικής ομοιότητας δεν συνηγορεί για επίρρωση του ασίγαστου πόθου. Foenum -i. Ο εστί ερμηνευόμενο χόρτο ο εστί μεθερμηνευόμενο «Άνθρωπος ωσεί χόρτος…» κατά την Παλαιά Διαθήκη και «Πάσα σαρξ ως χόρτος…» κατά την Καινή κατά τους ποιητές δε «φύλλον» και «φύλλο χλόης». Χόρτος και άνθος και άκανθος: όταν το άνθος μαρανθεί μένει η ευωδία του μα στο αγκάθι μένει μόνο το καρδιολάκτισμα απ’ το κεντρί. Επιτέλους νομίζω ότι τώρα κατάλαβα αν και δεν θα μπορέσω σωστά να το αρθρώσω γιατ’ είναι παγωμένος ο αγέρας που φυσά και τα σαγόνια μου κροταλίζουν διαβολεμένα ωστόσο ναι το πράγμα είναι φανερό: σε μια γλώσσα νεκρή το όνειρο της ζωής ύπενθυμίζει έστω ως παραλειπόμενο κατά το διάλειμμα μιας βοτανολογικής μελέτης το λανθάνον και άρρητο Verbum Summum το μόνο αληθινά Πανταχού Παρόν από την πρώτη αναπνοή μας έως την τελευταία· ελάχιστο διάστημα. Ανάγκη πάσα να τακτοποιήσω το συντομότερο τις εκκρεμότητες ή καλύτερα ας πάνε στον κόρακα τα «νοικοκυρέματα» ;πού πια καιρός; χρεία καμμία πλέον να περαιώσω τις μελέτες μου ή να κλείσω κι αυτή τη λοξή ιστορία μου (την τελευταία άλλωστε) με ερωτηματικό.

Παναγιώτης  Κουσαθανάς, Λοξές ιστορίες, Ίνδικτος, Αθήνα 2009, σσ. 135-140

http://paramilita.blogspot.gr/

http://paramilita.blogspot.gr/2009/09/blog-post_728.html