Τρίτη, 15 Ιανουαρίου 2013

Νίκος Καρούζος -- 4 ποιήματα







ΚΟΝΤΑ ΣΤΟΝ ΚΑΘΕ ΗΛΙΟ

Εμείς τα μυθόβια όντα οι ποιητές
που βλέπουμε τις ράχες
που βλέπουμε τις κορφές και λέμε βουνοκύματα
δεν θα καταλαγιάσουμε.
Από αγάπη στο αδέκαστο κενό
από αλλοφροσύνη για ένα ξέφωτο
θα περιπολούμε.

Τη χαραυγή τις πιο πολλές φορές κοιμόμαστε.
Κι όταν καμιά φορά μάς τύχει
κατηφορίζοντας απ’ τις πολυκατοικίες
να πάμε κάπως μακριά να περπατήσουμε πέρα
και να κοιτάξουμε κανένα ηλιοβασίλεμα
το αποτέλεσμα τζίφος.
Έχουμε πρόχειρο το σκοτάδι
και έχουμε πρόχειρο το φως – ανάλογα.
Πιστεύουμε σ’ εκατομμύρια γητειές
αφιερωνόμαστε στους ίσκιους.
Έχουμε τη μανία να καρποφορήσουμε
κυριεύοντας τις λέξεις.
Τι κουφή ρουλέτα.
Και θέλουμε να ξεφουσκώσουμε τον ουρανό
σα να ’τανε παιχνίδι.

Τι είναι ρίγος;
Άντε να το πεις με λέξεις...
Ωστόσο πρέπει να προσγειωθεί κανείς
στη μεγαλόπρεπη κοινοτοπία του αέρα
να γίνει σαν την επανάληψη του χόρτου
κάτι σαν τα αστάθμητα και έξω κριτικής
δρασκελίσματα του πρώτου τυχόντος γάτου.

Είμαστε ακόμη στην προϊστορία του χιούμορ.
Είμαστε όμως τυχερά απελπισμένοι.
Έχουμε γαλάζιο αντικλείδι.
Έχουμε ξανά την Αττική.
Εκείνος που γράφει ποιήματα
είναι ακριβώς εκείνος
που περνά άφοβος από νεκροταφείο νύχτα.


ΟΧΥΡΟΥΜΕΝΟΣ ΜΕ Τ' ΑΣΤΕΡΙΑ
Σήμερα μόλις το εννόησα πλήρως:
όλα τραγουδούν στον πλανήτη
τα τσιγάρα μου τα τρένα τα αυτοκίνητα
η δασεία η ψιλή η περισπωμένη
/να ξέρεις όμως-: άλλο πράμα του λόγου η μαστοριά
κι άλλο η μαστορική της αγωνίας/
όλα τραγουδούν στον πλανήτη
λουλούδια πύραυλοι ασθενοφόρα κι αεροπλάνα
γαϊδούρια μοτοποδήλατα ραδιόφωνα οι ψαλτάδες
νευρώσεις παράνοιες οι βαρειές ψυχώσεις
και των αθρόων αστραπών η πανουργία
στου φωτός το θρόισμα
ο κακοήθης όγκος η αρτηρίτιδα κ’ η διπλή πνευμονία
τα μωρά της αμυγδαλωτής κυρά-Βασίλαινας
η αποτυχία η ευτυχία η επιτυχία η δυστυχία
όλα τραγουδούν στον πλανήτη.










ΦΩΝΗ ΓΙΑ ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ

Δόξα στην ερημιά που λάμπει στο στήθος μου
βαθύτερος ο λυτρωτής κ’ η ομορφιά στις ουράνιες εντάσεις
εκείνος έζησε ψηλά
εκείνος πάλι αστράφτει μέσ’ στις νύχτες
οπού ξεχνά τους γενετήσιους κρωγμούς
ανεβασμένος ώς την άκρατη σιγή και μονομάχος.

Τα χόρτα και τα έντομα ποτέ δε με παιδέψαν
η ώρα πάντα μ’ αγαπούσε μέσα στην ανατολή
γύρεψα τα πουλιά και μου αποκρίθηκαν.

Υπήκοος του ανέμου
έρχομαι να φωνάξω δυνατά με τη φωνή σαν όπλο
είναι μικρός ο ήλιος της γυναίκας.

ΠΟΙΗΜΑ ΤΗΣ ΧΑΡΑΣ

Είπα την ψυχή μου με μαύρο ψωμί και μέλι
στα χαράματα
στους δρόμους
στην Αθήνα.
Τότε που ο αέρας έδενε τα σύννεφα
σαν πεταλούδα έχασα το χνούδι.
Τώρα δεν έχω δρόμους ουράνιους
φεύγοντας απ’ τη θύμηση το θάνατο μαγεύω
είν’ ο κόσμος ενάντιος
είν’ ο Ιησούς
τριήμερος ολοένα σκάβει την Ιστορία
δίχως φωνή
δίχως αγγέλους.
Είναι μόνος ωσάν χρωματιστό πουλί
αιωρούμενος απάνω στα νερά της κακίας
χορηγός των ψιχίων
ωραίος φίλος των δύο Λάζαρων –
έδωσε τον ένα στην πείνα
έδωσε τον άλλο στην ανάσταση.

Κ’ εγώ γράφοντας αγγίζω τ’ αστέρια
θνητός
εναγκαλίζομαι την εσπέρα
θνητός
και μέσ’ στη νύχτα κλαίω.
Χαίρετε σεις αηδόνια του καλού
με διώχνουν τα χαράματα δεν έμεινε αγάπη
τ’ άνθη της λησμονιάς –
είπα την ψυχή μου με μαύρο ψωμί και μέλι.