Δευτέρα, 4 Ιουλίου 2011

Adonis & Haider



Adonis  دونيس  est le pseudonyme d' 
Ali Ahmed Saïd Esber
علي أحمد سعيد


Βασιλιὰς τῶν ἀνέμων

ὅριο ἀκραῖο ἡ σημαία μου,
ὄχι ἀδελφοσύνη  οὔτε συνάντηση,
ὅριο  ἀκραῖο  τ’ἄσματά μου
ἰδού, συγκεντρώνω  τοὺς ἀνθούς, ἐπιστρατεύω τὰ δέντρα
κι ἁπλώνω δεντροστοιχία τὸν οὐρανό,
ἀγαπῶ, ζῶ, γεννιέμαι μὲς στὰ λόγια μου
ἰδού, περιμαζεύω τὶς πεταλοῦδες
κάτω ἀπὸ τὸ λάβαρο τοῦ ὄρθρου
κι ἀνατράφω τοὺς καρποὺς
συντροφιὰ μὲ τὴ  βροχὴ κατοίκησα
τὰ σύννεφα καὶ τὶς καμπάνες τους, τὶς θάλασσες
ἰδού, λύνω τ’ἀστέρια κι ἀγκυροβολῶ,
ἐνθρονίζομαι
βασιλιὰς τῶν ἀνέμων.

Ἄβυσσος
Πορεύομαι σὲ μιάν ἄβυσσο, δὲν ξέρω πῶς νὰ τὴν 
κοιτάξω,
φοβᾶμαι νὰ τὴν ἀντικρίσω, 
πορεύομαι σὲ ἄβυσσο γεμάτη χαρά,
χαρὰ τοῦ μάντη  καὶ τοῦ κήρυκα, 
χαρὰ νὰ γίνει τὸ ἄσμα μου
ἀλλιώτικο ἄσμα 
που ὁδηγεῖ τὸν κόσμο τὸν ἀόμματο-
χαρὰ νὰ γίνω 
ἁμαρτία
κι ἁμαρτωλὸς ἀναμάρτητος.

Ἔχω τὰ μυστικά μου


Ἔχω τὰ μυστικὰ μoυ γιὰ νὰ βαδίζω
πάνω ἀπ’τὸ σπίτι τῆς ἀράχνης,
ἔχω τὰ μυστικά μου γιὰ νὰ ζῶ
κάτω ἀπὸ τὰ βλέφαρα ἑνὸς ἀθάνατου θεοῦ
ἐρωτευμένος, κατοικῶ τὸ πρόσωπο καὶ τὴ φωνή μου-
ἔχω τὰ μυστικά μου γιὰ νὰ ἔρχονται
ἀπόγονοι μετὰ τὸ θάνατό μου.


Διάλογος
-« Ποῦ ἤσουν;
ποιὸ φῶς κλαίει κάτω ἀπὸ τὰ ματοκλαδά σου;
ποῦ ἤσουν;
δεῖξε μου. Τί ἔγραψες;»
 
Δὲν τῆς ἀπάντησα. Εἶχα τὴ λαλιὰ κομμένη
κάτω ἀπὸ τὸ σύννεφο τοῦ μελανιοῦ
κανέν’ ἀστέρι δὲν βρῆκα
κι ἔσκισα τὰ χαρτιά μου.
 
-« Ποιὸ φῶς κλαίει κάτω ἀπὸ  τὰ ματοκλαδά σου;
ποῦ ἤσουν;»
Δὲν τῆς ἀπάντησα. Ἡ νύχτα ἤτανε νομάδων καλύβα,
τὰ λυχνάρια φυλή,
κι ἐγώ, κάτισχνος ἥλιος
κάτω, ἡ γῆ μετάλλαξε τοὺς λόφους της
κι ἀντάμωσε ὁ πλανώμενος τὸν μακρινὸ δρόμο.

Σᾶς  εἶπα
Σᾶς εἶπα- ἄκουσα τὶς θάλασσες
νὰ μοῦ διαβάζουν τὰ ποιήματά τους   ἄκουσα
τὴν καμπάνα ποὺ μὲς στὰ ὄστρακα κοιμᾶται
σᾶς εἶπα- τραγούδησα
στὸ γάμο τοῦ διαβόλου, στοῦ παραμυθιοῦ τὸ τραπέζι
σᾶς εἶπα- εἶδα
μὲς στῆς Ἱστορίας τὴ βροχὴ , μὲς στῆς ἀποστάσης τὴ
    σπιθοβολιὰ
νεράιδα καὶ σπίτι
ἐπειδὴ στὰ μάτια  μου πλέω
σᾶς εἶπα-εἶδα τὰ πάντα
ἀπὸ τὸ πρῶτο βῆμα μὲς στὴν ἀπόσταση.







ADONIS  , TRANS.KHALED  MATTAWA 

Love

The road and the house love me,
the living and the dead,
and a red clay jug at home
loved by water.
The neighbor loves me,
the field, the threshing floor, and fire.
Toiling arms love me
glad for the world, and gladdening.
And tatters of my brother scattered about,
torn from his wilted chest
hidden by wheat spikes and season,
a carnelian from which blood shies away.
He was the god of love as long as I lived.
What will love do, if I too am gone?


Home

The story of ghosts in our house,
a horizon that crosses our lips
hidden by plow and threshing floor.

In it
is our clay oven and our journeys,
our dream of the unknown.

From it 
we leap to one universe after another,
and fly one generation after the next.


To a Soothsayer

Her eyebrows are bells that ring
my unknown fate,
my now and my apprehension,
and all that I have been.

She looks and the signs
light up like lanterns
as if she’d clung
to time’s eyelashes.
In morning
or under cloud or wind,
in ease or in distress,
she carries the knot of every epoch.

She holds my fingers and stares
and ponders,
rummages through caves,
unearths alphabets.

Won’t you laugh, won’t your frown?
Won’t your whisper?
This is my hand, take it,
take my tomorrow.
Divine, improvise 
and whisper, and beware
not to speak out loud.


Tomorrow

When will I see
that I have an untamable east
that invents the sun, 
and I that have a west,
and wherever I look
the world is my field of play,
love and pride my very arms.
My heart stands taut with rebellion,
its pulse keeps time for time.


Song

Bells on our eyelashes
and the death throes of words,
and I among fields of speech
a knight on a horse made of dirt.
My lung is my poetry, my eyes a book,
and I under the skin of words
on the beaming banks of foam,
a poet who sang and died
leaving this singed elegy 
before the faces of poets,
for the birds, for the edges of sky.




Ὁ πεθαμένος Θεὸς
Σήμερα ἔκαψα τὴν πλάνη τοῦ Σαββάτου καί της
Παρασκευῆς
σήμερα ἀπέρριψα τὸ προσωπεῖο τοῦ σπιτιοῦ
κι ἀντάλλαξα τὸν τυφλὸ θεὸ τῆς πέτρας
καὶ τὸν θεὸ τῶν ἑφτὰ ἡμερῶν
μ’ ἕναν πεθαμένο θεό.
Ὅραμα
Ἀνάμεσα στὰ δουλοπρεπῆ βιβλία,
μὲς στὸν τροῦλο τὸν κίτρινο,
διάτρητη  μίαν πόλη διακρίνω νὰ πετὰ
τείχη βλέπω μεταξωτὰ
καὶ σκοτωμένο ν’ ἀστέρι
που λάμνει σὲ πράσινη κανάτα
 
ἕνα ἄγαλμα βλέπω ἀπὸ δάκρυα,
ἀπὸ πήλινα συντρίμμια, καὶ ὑποκλίσεις
ἐνώπιόν του ἐμίρη.

 AΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΜΙΧΙΑΡ ΤΟΥ  ΔΑΜΑΣΚΗΝOY μτφ ΜΑΡΚΕΛΛΟΣ   ΠΙΡΑΡ

                                           http://www.republique-des-lettres.fr/1266-adonis.php