Σάββατο, 13 Αυγούστου 2011

Ντίνος Χριστιανόπουλος



Μαρία η Αιγυπτία

Ακόμα θυμούμαι την επιγραφή OUT OF BOUNDS.

Συχνά μας επισκέπτονταν ναύτες του N.A.A.F.I. Club.

Μάλιστα ένας μου έλεγε: «Είσαι ένα τίποτα

στο σκοπευτήριο, στο πανδοχείο, στο καπηλειό, στο μπορντέλο».

Όμως τώρα απαρνήθηκα τα εγκόσμια, και τούτο είναι μια ηδονή –

δοσμένη ψυχή τε και σώματι στο Νυμφίο, εν προσευχή και νηστεία,

σε τούτη την έρημο με την ξερή άμμο, το γλυφό νερό, τον αδυσώπητο ήλιο.

Ενίοτε περνούν καραβάνια προσκυνητών με χασίσι και πάπυρο,

όμως η γύμνια μου καταφεύγει στα βράχια∙

έτσι χαράζω τα ποιήματά μου στην άμμο

κι έρχονται οι αγέρηδες να μου τα τραγουδήσουν.

Λίγο πάπυρο, άγιε πάτερ Ζωσιμά, δυο τρία βιβλία θρησκευτικά,

μια σύντομη μέθοδο εκμαθήσεως βυζαντινής μουσικής.

Κει στην αγαπημένη μου Αλεξάνδρεια,

μη με ξεχάσεις, άγιε πάτερ Ζωσιμά∙

με λένε Μαρία, παλαιότερα Κλεοπάτρα, στην Κυρήνη Εσθήρ –

επί δεκαπενταετίαν διατελέσασα πόρνη.

Μα τώρα όλους σχεδόν, συν Θεώ, τους πειρασμούς τούς νίκησα

και μόνο το ρεμπέτικο μοτίβο δεν κατόρθωσα

να διώξω από τα χείλη μου, δε μπόρεσα

να ξεριζώσω απ' την καρδιά μου, δε δυνήθηκα,

το ρεμπέτικο που τραγούδαγα μικρή στο καπηλειό του Αλκέτα.






       
          ΕΚΕΙΝΟΙ ΠΟΥ ΜΑΣ ΠΑΙΔΕΨΑΝ

                  Εκείνοι που μας παίδεψαν βαραίνουν μέσα μας πιο πολύ

όμως η δική σου τρυφερότητα πόσον καιρό ακόμα θα βαστάξει;

              'Ο,τι μας γλύκανε, το ξέπλυνε ο χρόνος κι η συναλλαγή,

εκείνοι που μας χαμογέλασαν βουλιάξαν σε βαθιά πηγάδια

                         και μείναν μόνο εκείνοι που μας πλήγωσαν,

      εκείνοι που αρνήθηκαν να τους υποταχτούμε.

                                         Εκείνοι που μας παίδεψαν βαραίνουν πιο πολύ…








Η ΘΑΛΑΣΣΑ

Η θάλασσα είναι σαν τον έρωτα:

μπαίνεις και δεν ξέρεις αν θα βγεις.

Πόσοι δεν έφαγαν τα νιάτα τους –

μοιραίες βουτιές, θανατερές καταδύσεις,

γράμπες, πηγάδια, βράχια αθέατα,

ρουφήχτρες, καρχαρίες, μέδουσες

Αλίμονο αν κόψουμε τα μπάνια

Μόνο και μόνο γιατί πνίγηκαν πεντέξι.

Αλίμονο αν προδώσουμε τη θάλασσα 

Γιατί έχει τρόπους να μας καταπίνει.

Η θάλασσα είναι σαν τον έρωτα:

χίλιοι τη χαίρονται – ένας την πληρώνει.

Μαγδαληνή

Τον ξεχώρισα μόλις τον είδα, ήμουνα τακτική στα κηρύγματά του,


πούλησα κι ένα κτηματάκι της θειας μου για να τον ακολουθήσω.

Όμως όταν πια όλα τα ξόδεψα, αποφάσισα να πουλήσω και το κορμί μου,

στην αρχή στους ανθρώπους των καραβανιών, κατόπι στους τελώνες∙

κοιμήθηκα με σκληροτράχηλους Ρωμαίους κι οι Φαρισαίοι δε μου είναι άγνωστοι.

Κι όμως μέσα σ' αυτά δεν ξεχνούσα τα μάτια του.

Μήνες για χάρη του έτρεχα απ' το Ναό στο λιμάνι

κι απ' την πόλη στο Όρος των Ελαιών.


Κύριε μυροπώλη, κάντε μου, σας παρακαλώ, μια μικρή έκπτωση.

Για ένα βάζο αλάβαστρου δε φτάνουν οι οικονομίες μου.

Κι όμως πρέπει να αποχτήσω αυτό το μύρο με τα σαράντα αρώματα.

Μ' αυτό το μύρο θ' αλείψω τα πόδια του,

μ' αυτά τα μαλλιά θα σφουγγίσω τα πόδια του,

μ' αυτά τα χείλη, τα πόδια του τα εξαίσια κι άχραντα θα φιλήσω.

Ξέρω, είναι πολύ αυτό το μύρο για τη μετάνοια,

ωστόσο για τον έρωτα είναι λίγο.

Κι αν μια μέρα ασπαστώ το χριστιανισμό, θα είναι για την αγάπη του∙

κι αν μαρτυρήσω γι' Αυτόν, θα 'ναι η αγάπη του που θα μ' εμπνέει.

Γιατί, κύριε, ο έρωτας μού ανάβει την πίστη κι η αγάπη τη μετάνοια

κι ίσως μείνει αιώνια τ' όνομά μου σα σύμβολο

εκείνων που σώθηκαν και λυτρώθηκαν «ότι ηγάπησαν πολύ».



ΟΤΑΝ ΣΕ ΠΕΡΙΜΕΝΩ

'Οταν σε περιμένω και δεν έρχεσαι,

ο νους μου πάει στους τσαλακωμένους,

σ' αυτούς που ώρες στέκονται σε μια ουρά,

έξω από μια πόρτα ή μπροστά σ' έναν υπάλληλο,

κι εκλιπαρούν με μια αίτηση στο χέρι

για μια υπογραφή, για μια ψευτοσύνταξη.

'Οταν σε περιμένω και δεν έρχεσαι,

γίνομαι ένα με τους τσαλακωμένους.